Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Νικολάου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Νικολάου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ΣΟΦΙΤΑ ΤΗΣ ΣΟΦΗΣ

Είχε χρόνια να έρθει σε αυτά τα μέρη. Καθώς οδηγούσε σκεφτόταν την τελευταία φορά που άφησε αυτόν τον τόπο. Ήταν στην κηδεία της μάνας της. Πάνε πέντε χρόνια τώρα. Δεν ήθελε να επιστρέψει ούτε για τα μνημόσυνα που τα οργάνωνε η θειά της. Στο χωριό είπαν πολλά για την απουσία της. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Ούτε η γλωσσοφαγιά των χωρικών, ούτε οι φωνές της θείας Τούλας. Το μόνο που είχε στο μυαλό της ήταν μια άρνηση. Και μια απέραντη μοναξιά. Ένα συναίσθημα που μόνο αυτοί που έχουν χάσει γονιό το καταλαβαίνουν. Μια αίσθηση ξεκρέμαστη, χωρίς ρίζα, χωρίς αρχή.

Εκείνο το πρωί σηκώθηκε και ένοιωσε μια τεράστια ανάγκη να επισκεφτεί το χωρίο, το σπίτι της μάνας της. Καθώς οδηγούσε διαπίστωσε ότι το φόρεμά της είχε ένα λεκέ από καφέ. Τον είχε κάνει το προηγούμενη μέρα στη δουλειά. Δεν το θυμόταν καν το πρωί όταν το φόρεσε. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να κατευνάσει αυτό το συναίσθημα της έλλειψης.

Το χωριό από την πόλη δεν ήταν μακρυά. Και έτσι σε λιγότερο από δυο ώρες έφτασε. Διέσχισε το χωριό χωρίς να κοιτά αριστερά και δεξιά. Ένιωθε όμως τα επικριτικά μάτια των χωρικών να την καρφώνουν και τα στόματά τους που ανέφεραν το όνομά της. Έφτασε στην άκρη του χωριού και εκεί άφησε το αμάξι της. Θέλησε να περπατήσει ως το πατρικό της. Πατρικό... τι ειρωνεία... Πως είναι δυνατόν ένα σπιτικό που δεν είχε ποτέ ως μέλος του έναν πατέρα, να λέγετε πατρικό.

Η Σόφη δεν γνώρισε πατέρα. Τον έχασε πριν καν γεννηθεί. Ήταν ασυρματιστής σε εμπορικό πλοίο που έκανε ταξίδια σε χώρες μακρινές. Στο στερνό του ταξίδι, λίγο πριν ξεμπαρκάρει για πάντα και επιστρέψει να παντρευτεί τη μάνα της, χάθηκε μια νύχτα στη δίνη της θάλασσας. Είπαν πως βγήκε να ελέγξει κάτι στο κατάστρωμα και ένα μεγάλο κύμα τον εξαφάνισε. Δεν βρέθηκε ποτέ το πτώμα του, όπως όμως δεν βρέθηκε και ποτέ η ζωή του. Κανείς δεν της εξήγησε ποιος ήταν ο πατέρας της. Αν ήταν καλός άνθρωπος, αν ήταν όμορφος ή άσχημος, ευγενικός ή άγριος. Δεν είχε καν μια φωτογραφία του. Δεν την ένοιαζε και πολύ όμως. Δεν ένιωσε ποτέ να της λείπει. Ίσως επειδή πεθυμούμε κάτι που το έχουμε γνωρίσει, οπότε ως προς τι η επιθυμία για κάτι άγνωστο προς αυτή; Ήξερε απλά πως ήταν κάποιος Αθηναίος, ονόματι Γιώργος Αγγέλου, μοναχοπαίδι, ορφανός και αυτός. Γνώρισε η μάνα της όταν αυτή σπούδαζε στην Αθήνα. Τον έβλεπε κάθε φορά που το καράβι άραζε στον Πειραιά, ώσπου έμεινε έγκυος και αποφάσισαν να ξεμπαρκάρει για να παντρευτούν. Λίγο πριν γίνει αυτό, η μοίρα είχε άλλο σκοπό. Τον έπνιξε μια νύχτα και έτσι η μάνα της έμεινε μόνη της με ένα παιδί στην κοιλιά της. Έτσι η Σόφη ορφάνεψε πριν καν γίνει κόρη, πριν καν γεννηθεί και αντί για Αγγέλου, ονομάστηκε Μιχαήλ, το επώνυμο της μάνας της.

Το σπίτι της ήταν λίγο πιο απομακρυσμένο από το υπόλοιπο χωριό. Είχε χτιστεί από τον αγαπημένο της παππού πολλά χρόνια πριν αυτή έρθει στον κόσμο. Εκεί μεγάλωσε, εκεί έκανε τα πρώτα της βήματα, εκεί ένοιωσε τι θα πει οικογένεια και θαλπωρή. Εκεί μεγάλωσε χωρίς πατέρα, μα με περισσή αγάπη και στοργή από την μάνα της και τους παππούδες της.

Το μικρό δρομάκι έρημο και λασπωμένο. Τα 28 κυπαρίσσια στέκονταν αγέροχα στο πλάι του. Θυμήθηκε τις στιγμές με τον παππού, μόλις που μάθαινε να μετρά, τα μετρούσαν μαζί μέχρι να φτάσουν σπίτι και αν τα έβγαζε σωστά μια σοκολάτα την περίμενε κρυμμένη στο πιο ψιλό ντουλάπι. Πόση ξεγνοιασιά... πόσο όμορφα χρόνια...

Μια βροχή σαν άχνη άρχισε να πέφτει και έκανε τη ορατότητα πιο δύσκολή και την καρδιά της πιο παγωμένη. Έψαξε τα κλειδιά στην τσάντα της και τα κράτησε σφιχτά στα χέρια της για να είναι έτοιμα. Η αυλόπορτα πάντα την δυσκόλευε να την ξεκλειδώσει. Τώρα μάλιστα που ήταν χρόνια κλειστή και σκουριασμένη η προσπάθεια γινόταν ακόμα πιο δύσκολή. Και οι κλειδαριές, σαν τις καρδιές των ανθρώπων, όταν δεν χρησιμοποιούνται, δυσκολεύουν στο άνοιγμα, ώσπου στο τέλος χαλάνε εντελώς και δεν ανοίγουν ποτέ ξανά. Μόνο το μαγικό κλειδί της αγάπης και της θέλησης θα μπορούσε να τις παραβιάσει.

Έσπρωξε με δύναμη την αυλόπορτα και διέσχισε το μικρό χορταριασμένο πια δρομάκι που οδηγούσε στην σκάλα του σπιτιού. Ανέβηκε στην βεράντα. Λίγο πριν βάλει το κλειδί στην πόρτα, έστρεψε το βλέμμα της προς το χωριό. Η βροχή είχε δυναμώσει και έτσι οι συγχωριανοί της είχαν κλειστεί στα σπίτια τους. Οι άγριες στάλες της είχαν αναγκαστικά ξεπλύνει κάθε περιέργειά τους. Άνοιξε την εξώπορτα και την έκλεισε με δύναμη πίσω της, λες και ήθελε να προστατευθεί από κάτι.

Διέσχισε το χολ και προχώρησε προς το σαλόνι. Όλα σκονισμένα και εγκαταλειμμένα. Όλα μελαγχολικά και μόνα. Στάθηκε στην μέση του δωματίου και έκλεισε τα μάτια της. Προσπάθησε να μετατρέψει όλη αυτή την αίσθηση του χαμού σε ζωή. Να φέρει ξανά μέσα σε αυτό το σκοτεινό σπίτι, τα γέλια, την χαρά, την θαλπωρή και την οικογένεια. Να ξορκίσει το θάνατο έστω για μια νοερή στιγμή. Και έτσι είδε ξανά τις κουρτίνες τραβηγμένες και τα σκούρα ανοιχτά, τους τοίχους χρωματιστούς και τα λουλούδια φρέσκα στα βάζα. Μια μυρωδιά φαγητού να έχετε από την κουζίνα και το τραπέζι στρωμένο ευλαβικά.

Άνοιξε τα μάτια της και συνέχισε να περιεργάζεται το σπίτι με ένα άλλο βλέμμα πια. Ανέβηκε τις σκάλες, διέσχισε τις κρεβατοκάμαρες, ένοιωσε ακόμα και την αίσθηση την μάνας στο χώρο. Την είδε να συμμαζεύει το παιδικό της δωμάτιο, να της ταιριάζει τα ρούχα, να της αλλάζει τα σεντόνια, να της γκρινιάζει για την ακαταστασία και όλα αυτές οι πράξεις αγάπης που μανάδες κάνουν για τα παιδιά τους.

Με αυτές τις γλυκιές σκέψεις δάκρυα ήρθαν στα μάτια της, μια ολέθρια κούραση να την καταβάλει και τα πόδια της να τρέμουν από συγκίνηση. Έκατσε στο πολυθρονάκι του χολ και έκλαψε γοερά. Έβγαλε θαρρείς όλη της την στεναχώρια από μέσα της, λες και λυτρώθηκε από τις σκέψεις που έκανε τόσο καιρό και όλες τις οι απορίες απαντήθηκαν αμέσως. Πως ότι όμορφο κάποια στιγμή τελειώνει, μα δεν έχει τόσο αξία το τέλος, όσο η διάρκεια. Να ζήσεις καλά μέχρι η ζωή να σου ανοίξει το επόμενο παράθυρο, καθώς σου κλείνει την πόρτα. Και έτσι θα γινόταν. Έτσι η ζωή σε λίγο θα άνοιγε στην Σόφι ένα παράθυρο και θα άλλαζε άρδην τα πάντα.

Καθώς σκούπιζε τα μάτια της στο βάθος του διαδρόμου παρατήρησε πως η πόρτα που οδηγούσε στην σκάλα της σοφίτα ήταν ανοιχτή. Δεν είχε δει ποτέ αυτήν την πόρτα ανοιχτή και ήταν ελάχιστες οι φορές που είχε ανέβει εκεί. Στην ουσία ήταν η αποθήκη του σπιτιού. Ανέβηκε τις σκάλες διστακτικά. Στοιβαγμένα πράγματα παλιά παντού, παλιά έπιπλά, το χριστουγεννιάτικο δέντρο, παλιά ρούχα, μια μυρωδιά μούχλας και κλεισούρας και μια αίσθηση υγρασίας παντού. Και εκεί στην άκρη της σοφίτας, κάτω ακριβώς από το παράθυρο το παλιό σεντούκι της γιαγιάς.

Δεν είχε ποτέ κοιτάξει μέσα του. Ίσως είχε κάποια προσωπικά της αντικείμενα και θα ήθελε να έχει κάτι από αυτήν σκέφτηκε. Το άνοιξε με λαχτάρα. Κάποια παλιά καπέλα, ένα ζευγάρι γάντια, και ένα κουτί ξύλινο. Πήρε το κουτί στα χέρια της και το άνοιξε. Καρτ ποστάλ και ένα γράμμα... Τις κράτησε στο χέρι της και αυτό που διάβασε θα την σόκαρε. Ήταν καρτ ποστάλ από τον πατέρα της προς τη μάνα της από τα ταξίδια του. Γραμμένα με ύφος συμπάθειας αλλά κρατώντας μια απόσταση ευπρέπειας.

Αγαπημένη μου Κατερίνα, σου στέλνω από την Γιοκοχάμα. 
Όλα εδώ βαίνουν καλώς. 
Το ίδιο εύχομαι και για σένα. 
Με αγάπη.
Γιώργος

Όλες πάνω κάτω με αυτό το περιεχόμενο. Λίγες λέξεις, επαναλαμβανόμενες και τυποποιημένες. Δέκα κάρτες από διάφορα μέρη, που ξεκινούσαν ημερολογιακά περίπου δυο χρόνια πριν γεννηθεί και σταματούσαν λίγο πριν την γέννηση της.

Η απορία της διάχυτη. Γιατί η μητέρα της δεν της είχε αναφέρει ποτέ πως είχε κάτι από τον πατέρα της. Έστω αυτές τις κάρτες. Και αυτό το γράμμα; Η ημερομηνία μαρτυρούσε πως η μητέρα της το είχε λάβει λίγο μετά αφότου γεννήθηκε. Μα πως ήταν δυνατόν; Αφού ο πατέρας της πέθανε πριν γεννηθεί. Άνοιξε το φάκελο με χέρια τρεμάμενα. Φοβόταν για το τι θα διαβάσει.

Αγαπητή μου Κατερίνα. 
Εύχομαι να είσαι καλά και εσύ και η κόρη μας. Σου γράφω για να σε πληροφορήσω πως θα αναβάλω την επιστροφή μου και έτσι αναγκαστικά θα πρέπει να αναβληθεί και ο γάμος. Το ξέρω πως με περίμενες αλλά δυστυχώς ούτε αυτή τη φορά μπορώ να τα καταφέρω. Μόλις πιάσω λιμάνι και μπορέσω θα σου τηλεφωνήσω για να σου εξηγήσω κάποια πράγματα και ελπίζω να τα καταλάβεις.
Με αγάπη 
Γιώργος

Το βλέμμα της πάγωσε, η ανάσα της κόπηκε. Κάθισε στο σκονισμένο πάτωμα της σοφίτας. Η ζωή και όλα αυτά που ήξερε χρόνια μέσα σε μια στιγμή γκρεμίστηκαν. Μια πόρτα έκλεισε ερμητικά και ένα παράθυρο, εκεί στην ανήλιαγη σοφίτα, άνοιξε...


Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΣΟΦΗΣ

Το μυαλό της Σόφης προσπαθεί να συνέλθει από τα σοκ. Δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτό που την έκανε να χάσει τις αισθήσεις της ήταν αυτό που διάβασε ή οι γενικότερες εξελίξεις ή ότι τελικά βρίσκετε πολύ κοντά στην αλήθεια. 

Ο Ορέστης προσπαθεί να την συνεφέρει και να συνειδητοποιήσει και αυτός τα γεγονότα. Οι συνειρμοί στο μυαλό της Σόφης χιλιάδες. Καθώς συνέρχεται σκέφτεται πως το τελευταίο γράμμα έλεγε ξεκάθαρα για το που είχε σκοπό ο πατέρας της να πάει. Ο Γιώργος είχε σκοπό να μετακομίσει στην Αυστραλία. Η ντροπή του ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να αντικρίσει τις δύο αδερφές. Πόσο μάλλον την μικρή του κόρη. Ταυτόχρονα έρχεται στο νου της το γράμμα που είχε κάψει η θεία της πριν πεθάνει. Θα ήταν το ίδιο γράμμα και προς σε αυτή. Σκέφτηκε μετά και την απόδειξη με το όνομα ''Γεώργιος Αγγέλου''. 

- Είναι ο ξάδερφός του! αναφώνησε. 
Η σκέψη αυτή την έκανε να ανασηκωθεί. Ταίριαξε ανεπιτήδευτα τα ρούχα της και απευθύνθηκε στον Ορέστη.
- Η αλήθεια δεν είναι εδώ. Η θεία πέθανε και δεν μπορεί να μας πει τι πραγματικά συνέβη. Ξέρω όμως ποιος θα μας την πει. Ο Γιώργος Αγγέλου, ο ιδιοκτήτης της εταιρίας ηλεκτρονικών. Αυτός γνωρίζει και πρέπει να μας μιλήσει.
-Είναι πολύ αργά για απόψε, της λέει γλυκά ο Ορέστης. Πάμε να ξεκουραστούμε και αύριο μετά την δουλειά θα επισκεφτούμε τον κο Ιωάννου ώστε να μας δώσει την διεύθυνσή του. 

Το ζευγάρι μπήκε στο αμάξι τους και κατευθύνθηκε προς την πόλη. Ο δρόμος σαν λύτρωση για την Σόφη. Για πρώτη φορά, από τότε που ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία, ένοιωθε σίγουρη για την εξέλιξη. Δεν ήξερε το τέλος της, αλλά ήταν σίγουρη πως ήταν κοντά στην αλήθεια. Έπεσε για ύπνο και μετά από καιρό κοιμήθηκε χωρίς εφιάλτες, ούτε καν όνειρα.

Την άλλη μέρα στη δουλειά το μυαλό της ήταν αλλού μια γλυκιά αίσθηση αναμονής αλλά και αγωνίας την πλημμύριζε. Όταν περιμένεις κάτι ο χρόνος δεν περνά, ενώ αντίθετα όταν δεν θες να περάσει είναι αμείλικτος. Το απόγευμα τους βρίσκει στο γραφείο του Ιωάννου. Η Σόφη του εξηγεί τον συλλογισμό της και του ζητά την διεύθυνση του Αγγέλου. Παρά τις επιφυλάξεις και τις αμφιβολίες του ντετέκτιβ, της την δίνει. 

- Δεν θα τον πάρω τηλέφωνο. Θα πάμε κατευθείαν εκεί. Αν του τηλεφωνήσω ίσως δεν θα θέλει να μου μιλήσει, λέει στον Ορέστη.
- Έχεις δίκιο καλή μου, της απαντά και της ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου.
Δεν έμενε μακρυά και έφτασαν γρήγορα.
Ήταν μια μονοκατοικία στα προάστια η οποία μαρτυρούσε την οικονομική του κατάσταση, αλλά όμως εμφανώς παραμελειμένη. Η αυλόπορτα ξεχαρβαλωμένη άνοιξε αμέσως. Χτύπησαν το κουδούνι. Στην πόρτα εμφανίστηκε μια γυναίκα στην ηλικία της. Με σπαστά ελληνικά τους υποδέχτηκε ευγενικά και τους ρώτησε τι ζητάνε.
- Τον κο Αγγέλου θα θέλαμε. Θα θέλαμε να του μιλήσουμε.
Η κυρία διστακτικά και γεμάτη περιέργεια τους οδήγησε στο πίσω μέρος του σπιτιού. Εκεί υπήρχε ένα κήπος. Παρατημένος και χορταριασμένος. Στην μέση του μια πισίνα, άδεια και βρόμικη. Σε μια άκρη καθόταν και έπινε τον καφέ του ένας άντρας περίπου 60 χρονών. 
- Καλησπέρα σας, του είπε το ζευγάρι.
Τους ανταπέδωσε τον χαιρετισμό με ένα βλέμμα που δεν πρόδιδε καμία απορία. Ήταν λες και τους περίμενε.

Κάθισαν και αφού τους πρόσφερε καφέ, η Σόφη μπήκε κατευθείαν στο θέμα.
- Κύριε Αγγέλου σας αναζητήσαμε διότι έχω βάσιμες υποψίες πως είστε ξάδελφος του Γιώργου Αγγέλου, ο οποίος είναι πατέρας μου. Τόσα χρόνια τον είχα για νεκρό αλλά ένα παλιό του γράμμα προς την μητέρα μου με κάνει να πιστεύω πως δεν πέθανε.
Ο άντρας δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται με τα λόγια της Σόφης.
- Άκου κοπέλα μου. Δεν ωφελεί πια να κρυβόμαστε. Όλοι οι εμπλεκόμενοι πέθαναν πια. Σήμερα ή αύριο η αλήθεια κάποια στιγμή θα βγει στο φως. Τα ψέματα κάποιες φορές είναι δυνατά. Αλλάζουν τη ζωή μας. Άλλοτε την κάνουν καλύτερη, άλλοτε την δυσκολεύουν. Δεν ξέρω αυτό το ψέμα πως επηρέασε την ζωή σου, αν τελικά σε προστάτεψε. 
Η Σόφη έσφιξε δυνατά το χέρι του Ορέστη. 
- Όντως ο πατέρας σου ζει και είμαι πρώτος του ξάδερφος. Δυο αδερφών παιδιά. Και μένα την μητέρα μου την έλεγαν Σοφία και για αυτό οδηγήθηκε σε μένα ο ντετέκτιβ. Την μητέρα σου και την θεία σου τις ήξερα. Της είχα γνωρίσει όταν ο γονείς σου είχαν δεσμό. Γνωρίζω τα πάντα για αυτούς και γνώριζα τα πάντα και για την ιστορία που έπλεξε η γιαγιά σου για τον υποτιθέμενο θάνατο του πατέρα σου.  Ο Γιώργος μου τα είχε πει όλα. Το τι απέγινε όμως ο πατέρας σου όμως το ήξερε και η θεία σου. Όταν ο Γιώργος ήταν φυλακή, ήρθε στο κατάστημα ηλεκτρονικών που διατηρούσα τότε για να με ρωτήσει για την τύχη του. Της είχα πει τότε, πως το κατάστημα θα το έκλεινα και θα έφευγα για την Αυστραλία. Και ότι είχα προτρέψει και τον πατέρα σου, αφού τελείωναν όλα να έρθει και αυτός. Τα είχα πει όλα στην θεία σου. Ήξερε που να με βρει, ήξερε τη διεύθυνση του καταστήματος και του τότε σπιτιού μου. Και μάλιστα ο Γιώργος της είχε στείλει ένα γράμμα όταν γεννήθηκες για να μάθει νέα σου. Αλλά δεν πήρε καμία απάντηση.

Η Σόφη τον άκουγε αποσβολωμένη. Μια γλυκιά ανυπομονησία την έτρωγε για να μάθει το τέλος της ιστορίας. 
- Ο πατέρας σου έγινε μεγάλος και τρανός στην Αυστραλία. Δούλεψε σκληρά και έκανε πολλά χρήματα. Ίσως από την πίκρα που είχε επειδή σε άφησε, το έριξε στη δουλειά. Πάντα έλεγε να επιστρέψει και να αναζητήσει, αλλά πάντα το μετάνιωνε γιατί θεωρούσε πως θα σου ανακατέψει τη ζωή. Τον είχες για νεκρό. Μια τέτοια ανατροπή θα σου άλλαζε την ζωή. 
- Τι απέγινε... Θέλω να μου πεις τι απέγινε... Ζει;... τον ρώτησε με αγωνία η Σόφη.
- Ναι ζει...

Η Σόφη στο άκουσμα το ότι ο πατέρας της ζει έμεινε άφωνη. Μια περίεργη σιωπή απλώθηκε στον χορτιαριασμένο κήπο. Δεν ήξερε τι να πει, δεν ήξερε τι να ρωτήσει. Δεν ήξερε καν αν θέλει να μάθει. Μα γιατί να μην θέλει; Αφού αυτό προσπαθούσε τόσο καιρό. Είναι κάποιες φορές που ο πόθος σου και η αναμονή για κάτι είναι τόσο μεγάλα, που όταν τελικά φτάνεις στο τέλος έχεις τόσο εξαντληθεί, που δεν έχεις τα κουράγια να μάθεις την αλήθεια.
- Που βρίσκετε; ρώτησε ο Ορέστης σπάζοντας την σιωπή.
- Προς το παρόν είναι στην Αυστραλία ακόμα. Αλλά λόγω του ότι βγήκε στην σύνταξή αποφάσισε να έρθει πίσω στην Ελλάδα. Σε έναν περίπου μήνα θα είναι πίσω στην πατρίδα. Δεν έχει επιστρέψει ποτέ από τότε που έφυγε. Σκέφτεται να μείνει στο πατρικό του στο χωριό. Στο χωριό που μεγαλώσαμε. Είναι αρκετά μακρυά από την πόλη μας. Περίπου 5 ώρες με το αμάξι. 
- Για την Σόφη γνωρίζει πως τον ψάχνει; Είχατε επικοινωνία; τον ρωτά ξανά ο Ορέστης.
- Ναι γνωρίζει. Του είπα πως ένας ντετέκτιβ έψαχνε για την υπόθεση. Απλά όταν ήρθε σε μένα ο κος Ιωάννου δεν ήξερα τι να του πω. Έπρεπε να ρωτήσω πρώτα τον πατέρα σου.
Τα μάτια της Σόφης βούρκωσαν με τα λόγια του θείου της.

Ο Αγγέλου της έπιασε το χέρι.
- Ο πατέρας σου είναι ένας πολύ βασανισμένος άνθρωπος. Έκανε κάποια λάθη παλιά σαν νέος. 'Ολοι κάναμε. Τα πλήρωσε ακριβά. Φυλακίστηκε και έζησε μακρυά από την κόρη του. Με το μαράζι των λαθών του, δεν μπόρεσε να φτιάξει την ζωή του στην Αυστραλία. Δεν παντρεύτηκε και δεν έζησε καλά. Μόνο δουλειά και τίποτα άλλο. Μόλις έμαθε πως τον αναζητάς η ζωή του απέκτησε νόημα. Μην τον καταδικάσεις λοιπόν και συγχώρεσε τον. Δωσ΄του μια ευκαιρία για να επανορθώσει και να ζήσει την ζωή που δεν έζησε. Μια ευκαιρία... κάτι που δεν θα έχω ποτέ εγώ.

Η καρδιά της Σόφης γλύκανε. Δεν είχε λόγο να κρατήσει κακία στο πατέρα της. Δεν είχε νόημα μετά από τόσα χρόνια. Μα για ποια ευκαιρία που έχασε της ανέφερε ο θείος της; Τον ρώτησε αμέσως με απορία.
- Με την θεία σου την Τούλα είχαμε μια περιπέτεια. Ήταν ερωτευμένη όμως με τον ξάδερφό μου. Και αυτήν την αδυναμία της κάποια στιγμή που ήταν θλιμμένη την εκμεταλλεύτικα. Κανείς δεν ήξερε για εκείνη την νύχτα. Πολύ περίπλοκο. Μόλις όμως έμαθα πως ήταν έγκυος τα έχασα. Δεν ήθελα με τίποτα να παντρευτώ. Αυτό ήταν ένα μεγάλο λάθος. Έπρεπε να προχωρήσω και να αναλάβω τις ευθύνες μου. Αφού την αγαπούσα. Ήμουν νέος και νόμιζα πως ήμουν μικρός για παντρειές. Βέβαια μετά το παιδί χάθηκε, αλλά και πάλι θα είχα μια σύζυγο. Και ίσως αργότερα και παιδιά. Τώρα τι έχω; Ένα μεγάλο σπίτι έρημο και κενό. Η ευτυχία κοπέλα μου σου χτυπά την πόρτα λίγες φορές. Το θέμα είναι να το αναγνωρίσεις. Να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και να αρπάξεις την ευκαιρία. Όσο και να σου φαίνεται βουνό εκείνη την στιγμή. Ακόμα και όταν ήρθε στο κατάστημα η θεία σου έπρεπε να την είχα κρατήσει. Ή θα μπορούσα να γυρίσω μετά, έστω και μετά από χρόνια, αλλά δεν το έκανα. Και τι κατάλαβα; Έμεινα μόνος και δεν έφτιαξα ποτέ την ζωή μου. Ούτε και η Τούλα απ΄όσο ξέρω. Δύο άνθρωποι μόνοι σαν τα κούτσουρα, ενώ θα μπορούσαν να είναι μαζί.
Η καημένη η θεία Τούλα, σκέφτηκε η Σόφη. Για αυτό το μυαλό της σάλεψε. Έμεινε μόνη της με ένα παιδί στην κοιλιά, χωρίς άντρα. Δεν είχε τύχη. Για πρώτη φορά άρχισε να νοιώθει συμπάθεια για την θεία της. Ακόμα και λύπηση. Πόσα χρόνια χαμένα για το τίποτα. Για έναν φόβο, για έναν εγωισμό. Μια ζωή στον βρόντο.

Η καρδιά της αναθάρρεψε. 
- Δεν θα πετάξω την ζωή μου εγώ έτσι, είπε. Θα την ζήσω. Δεν θα σταθώ σε λάθη παλιά, που άλλωστε τα έκαναν άλλοι και όχι εγώ. Αν επικοινωνήσεις με τον πατέρα μου ξανά πες του πως τον περιμένω.
Ο θείος της χαμογέλασε και ήταν σαν να έπαιρνε και αυτός λίγη από την συγχώρεση της Σόφης.

Ένα μήνα μετά η Σόφη με τον Ορέστη και τον θείο της βρίσκονταν στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου περιμένοντας το αεροπλάνο από την Μελβούρνη. Σκέφτηκε την διαδρομή που διένυσε από την σοφίτα έως εδώ. Ανατροπές, αμφιβολίες, προδοσία. Όλα χάθηκαν ανάμεσα στους κορμούς από τα κυπαρίσσια που μετρούσε μικρή. Όλα κρύφτηκαν στο παλιό μπαούλο της γιαγιάς στην ανήλιαγη σοφίτα. Αποφάσισε να κρατήσει μόνο τα καλά. Να δει την θετική πλευρά της υπόθεσης. Πάνω που έχασε την οικογένειά της η ζωή της έφερε μια καινούργια. Είναι η ευκαιρία της ευτυχίας που ο θείος της της έλεγε. Και ήταν έτοιμη να την αρπάξει. Άλλωστε το παιδί που περίμενε θα χρειαζόταν έναν παππού. Και η σχέση τους θα ξεκινούσε δίχως ψέματα. Η πόρτα της σοφίτας είχε κλείσει οριστικά και ένα νέο παράθυρο άνοιξε. Αυτή η σκέψη και μόνο έκανε την Σόφη να ελπίζει για το καλύτερο.



ΤΕΛΟΣ