ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΜΕ ΤΑ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ

Κλείνοντας το τηλέφωνο, θυμήθηκε αυθόρμητα το παλιό παιχνίδι που έπαιζε με τον παππού της στο χωριό.  Αναβίωσε το παιδικό της καρδιοχτύπι να τα μετρήσει σωστά:
«Ένα κυπαρίσσι κι άλλο ένα / μόλις φτάσεις ως το τρία / θα σου πω μια ιστορία…»
Στο μούχρωμα της πόλης, ένιωσε τις πολυκατοικίες να μεταμορφώνονται ξαφνικά σε θεόρατα κυπαρίσσια και τις λωρίδες της λεωφόρου να γίνονται βαλτώδεις λίμνες με σκουρόχρωμα νερά που κρύβουν ανείπωτα μυστικά στους βυθούς τους.
«Ο Ιωάννου ήταν; Τι σου είπε;» η ανήσυχη φωνή του Ορέστη διέκοψε τις παραισθήσεις της.
«Νομίζω πως πρέπει ν’ αφήσουμε γι αργότερα το σπίτι της Τούλας. Ο Ιωάννου έχει νέα…»

Το αυτοκίνητο του Ορέστη μούγκρισε σαν θηρίο που oσφραίνεται ξαφνικά ένα θήραμα και επιταχύνει για να το γραπώσει στα νύχια του. Η διαδρομή προς το γραφείο του Ιωάννου, τους βρήκε αμίλητους και βυθισμένους στις σκέψεις τους, εκείνος να πατάει δαιμονισμένα το γκάζι κι εκείνη να τον συνοδεύει με την ίδια κίνηση, πιέζοντας μηχανικά το πόδι της στο κενό. Λες και θα έφταναν πιο γρήγορα έτσι.
Σε λιγότερο από μισή ώρα πάρκαραν στο στενό που ήταν το γραφείο του ιδιωτικού ερευνητή.

Ατέλειωτη της φάνηκε η ανάβαση μες στον ανελκυστήρα, λες και σκαρφάλωναν πολυώροφα κυπαρίσσια με δαιδαλώδη μονοπάτια και χαώδη φυλλώματα.
«Τέσσερα τα κυπαρίσσια / κι άλλα δύο κάνουν έξι / άραγε πόσα ακόμα / θα μας βρουν μέχρι να φέξει;»

Ο Ιωάννου τους καλοδέχτηκε και φαινόταν ανυπόμονος να τους παρουσιάσει τα ευρήματά του. Τους έκανε νόημα να καθίσουν στις δύο πολυθρόνες απέναντί του, άνοιξε ένα συρτάρι κι άπλωσε μερικά χαρτιά μπροστά του.
«Οι εξελίξεις είναι ανατρεπτικές και φέρνουν νέα στοιχεία στην υπόθεσή σας κυρία Μιχαήλ. Ο Αγγέλου μοιάζει με άνθρωπο-φάντασμα. Νόμιζα πως είχαμε φτάσει πολύ κοντά του, θεωρώντας πως είναι ο συνονόματος με την εταιρεία ηλεκτρονικών. Ωστόσο μετά από μια σύντομη συνάντησή μας –την οποία με μεγάλη δυσκολία τον έπεισα να γίνει- διαπίστωσα πως πρόκειται απλά για μια σατανική σύμπτωση. Ο τύπος κρύβεται για τους δικούς του λόγους στα τηλέφωνα και δεν έκανε ποτέ παιδιά και οικογένεια. Δεδομένου ότι μεγάλωσε και σπούδασε ηλεκτρονικός στην Αυστραλία πριν έρθει σε ώριμη ηλικία στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση, τον αφαιρεί απ’ τη λίστα των ερευνών μας. Τουλάχιστον μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου...»

«Ώστε δεν είναι ούτε αυτός...» μονολόγησε απογοητευμένη η Σοφία, ξεχνώντας προς στιγμή πως ο Ιωάννου της επιφύλασσε άλλες αποκαλύψεις.

«Επιτρέψτε μου να συνεχίσω... ερευνώντας παλιά αστυνομικά δελτία καθώς και αποκόμματα απ’ τις εφημερίδες της αντίστοιχης περιόδου, ανακάλυψα κάτι πολύ ενδιαφέρον. Ο εικονιζόμενος Γεώργιος Αγγέλου, ο οποίος θεωρείται απ’ τους εγκεφάλους πολυμελούς κυκλώματος λαθρεμπορίου ναρκωτικών, συνελήφθη στο Παλέρμο της Ιταλίας και παραπέμπεται με βαρύτατες κατηγορίες στον τοπικό εισαγγελέα. Αναμένεται η έκδοσή του στην Ελλάδα εφόσον ολοκληρωθούν οι τυπικές διαδικασίες μεταξύ των εκεί διωκτικών αρχών με τις αντίστοιχες Ελληνικές...»

«Μου θυμίζετε την ημερομηνία γέννησης σας κυρία Μιχαήλ;»
«Τι… τι σημασία έχει κύριε Ιωάννου;»
«Το απόσπασμα που σας διάβασα, δημοσιεύτηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του ’83. Σας λέει κάτι η ημερομηνία;»
«Λίγες μέρες μετά τη γέννησή μου!...»
«Και κάτι ακόμα. Μετά από αίτημα του δικηγόρου του, δεν εκδόθηκε ποτέ στην Ελλάδα. Επέλεξε να δικαστεί και να εκτίσει την πολυετή ποινή του στην Ιταλία. Στη δίκη του καθώς και στη διάρκεια της φυλάκισής του, δεν τον επισκέφτηκε ποτέ κανείς δικός του. Και κάτι τελευταίο. Τα έξοδα του δικηγόρου του, καλύφτηκαν από έναν αξιωματικό του εμπορικού ναυτικού… κάποιον Δημήτρη Αναγνώστου».
«Ο πατέρας της Γιώτας!...»
«Τον γνωρίζετε;»
«Μόνο την κόρη του… ήταν στενή φίλη της οικογένειας».
«Μάλιστα… Φαίνεται πάντως πως αυτός ο άνθρωπος ήταν ο μόνος που ενδιαφέρθηκε για τον Αγγέλου. Ψάχνοντας παλαιότερα ναυτολόγια του πλοίου EVIQUEEN μέσω της ολλανδικών συμφερόντων ναυτιλιακής εταιρείας, ανακάλυψα πως ο Αγγέλου εργάστηκε κοντά στον Αναγνώστου ως ασυρματιστής για κάποιο διάστημα. Ο Αναγνώστου μάλιστα, το συγκεκριμένο διάστημα, ήταν καπετάνιος στο πλοίο.

«Μα δεν είχατε βρει στοιχεία του στο ΝΑΤ, όπως μου είχατε πει... σωστά;»
«Σωστά... το πλοίο ήταν ναυτολογημένο με ξένη σημαία και μη συμβεβλημένο με το ελληνικό ταμείο ασφάλισης. Οι περισσότεροι Έλληνες ναυτικοί που θήτευσαν στο πλοίο αυτό, είχαν υποβάλλει στο ΝΑΤ αίτηση αναγνώρισης χρόνου εργασίας, καταθέτοντας  πιστοποιητικά υπηρεσίας. Κι ο Αναγνώστου ήταν ένας απ’ αυτούς, όχι όμως ο Αγγέλου. Δεν βρέθηκε καμιά αίτηση μ’ αυτό το όνομα και φυσικά δεν καταχωρήθηκε ποτέ στα αρχεία του ταμείου.... Πάντως πρέπει να έκανε ελάχιστα ποντοπόρα ταξίδια, αφού όταν τον συνέλαβαν ανήκε στο πλήρωμα ναυλωμένου σκάφους με ξένη σημαία, που έκανε συγκεκριμένα δρομολόγια από Τύνιδα, προς ευρωπαϊκά λιμάνια.  Προφανώς είχε ήδη ξεκινήσει την καριέρα του λαθρέμπορου».

«Παρακαλώ... μπορώ να δω τη φωτογραφία του;»
Δεν ήταν η φωνή της αυτή, ήταν ένα ξέπνοο ψέλλισμα που βγήκε απ’ το στόμα της, δίχως τη συγκατάθεσή της. Βλέποντας απ’ την ανάποδη το απόκομμα της εφημερίδας που είχε στα χέρια του ο Ιωάννου, ήταν σχεδόν βέβαιη πως αναγνώρισε το πρόσωπο του άντρα. Τον είχε ξαναδεί στη φωτογραφία που είχε ανακαλύψει στο σπίτι της Τούλας. Η μητέρα της, η Τούλα και στη μέση αυτός.
«…μόλις φτάσεις ως το τρία / θα σου πω μια ιστορία…»

Το μυαλό της στροφάρει ανάποδα, σαν φιλμ που το επαναφέρεις με γρήγορη κίνηση στην αρχή της ταινίας.
Ένας ασήμαντος λεκές από καφέ στο φουστάνι της… «Λεκές στην οικογένεια! Αυτό είσαι!… ένας βρωμερός λεκές που μας στιγμάτισε για πάντα! Σε μισώ!... Χάσου από μπροστά μου!» μια θαμμένη παιδική μνήμη, που δεν είχε ανασυρθεί ως τώρα στη συνείδησή της. Ένα βράδυ πετάχτηκε απ’ το παιδικό της κρεββατάκι, τρομαγμένη από υστερικές φωνές και κλαυθμούς. Ήταν η θεία; Ή μήπως η μάνα; Υπήρχε κάποιος άλλος μαζί τους; Ο παππούς πρέπει να έλειπε, γιατί σίγουρα θα έτρεχε κοντά της να την κλείσει προστατευτικά στην αγκαλιά του. Να μην ακούει, να μη βλέπει...

Η ξεκλείδωτη σοφίτα… η γιαγιά Ρόζα είχε το παρατσούκλι «δεσμοφύλακας» στο χωριό. Ποτέ δεν άφηνε τίποτα στην τύχη του. Ως και τον θάνατό της είχε φροντίσει να τον προαναγγείλει στον επιστήθιο φίλο τους, τον καπετάν-Δημητρό, αφήνοντας του παραγγελιές για την εγγόνα της. Ή μήπως για κάποιο άλλο πρόσωπο;

Ξεκούρασε το βλέμμα της για λίγο στον Ορέστη, που την παρατηρούσε ανήσυχος μετρώντας τις αντιδράσεις της. Ο αγαπημένος της Ορέστης… τον πρωτοείδε σ’ εκείνη την έκθεση ζωγραφικής στη σχολή Καλών Τεχνών κι αμέσως κατάλαβε πως η μοίρα της ήταν δεμένη μαζί του. Ακόμα θυμάται το αμήχανο χαμόγελό του, μπροστά απ’ τη μεταξοτυπία του Βαν Γκογκ… Τα δυο του μάτια που λαμπύριζαν από έρωτα, με φόντο τα κυπαρίσσια του ζωγράφου. Πόσα να ήταν άραγε σ’ αυτόν τον πίνακα;

«Aγάπη μου το κινητό σου… θα το σηκώσεις;»
Ένιωσε δυο ζευγάρια μάτια να την καρφώνουν γεμάτα απορία. Συνήλθε αμέσως και απάντησε στην κλήση μηχανικά, δίχως να δει τον αριθμό που την καλούσε και ζητώντας συγνώμη απ’ τον Ιωάννου για τη διακοπή που έπρεπε αναγκαστικά να γίνει στην κουβέντα τους.

«Η κυρία Μιχαήλ; Καλησπέρα σας, απ’ το γραφείο τελετών σας καλώ. Τα συλλυπητήρια μου για τη θεία σας… ειλικρινά λυπάμαι… ήθελα να σας ενημερώσω ότι παραλάβαμε τη σωρό της  και αύριο το πρωί θα πρέπει να περάσετε απ’ το γραφείο για να μας φέρετε τα ρούχα της… καταλαβαίνετε ε; Eπίσης θα πρέπει να παραλάβετε απ’ το νοσοκομείο την ιατροδικαστική έκθεση και να φέρετε ένα αντίγραφο…»

«Ιατροδικαστική έκθεση; Τι εννοείτε; Έγινε ιατροδικαστική εξέταση στη θεία μου; Για ποιο λόγο;»
«Α, τίποτα το ιδιαίτερο… τυπικά όλ’ αυτά, μην ανησυχείτε. Κανένα εύρημα. Εκτός από εκδορές και μώλωπες που προήλθαν απ’ την πτώση της  όταν έχασε τις αισθήσεις της... μια βαθιά ουλή στον αριστερό της μηρό από παλιό τραύμα και φυσικά την καισαρική τομή της…»
«Την ποια;;;»
«Όντως ήταν πολύ αντιαισθητικό... παλιά έκαναν τεράστια τομή και χοντρά ράμματα στις γυναίκες... βλέπετε, δεν υπήρχε η πολυτέλεια για πλαστικές εκείνα τα χρόνια…»
«….»
«Κυρία Μιχαήλ;... Μ’ ακούτε;... Σοφία;»

Δεν χρειάστηκε ν’ ανταλλάξουν πολλά λόγια. Σ’ ελάχιστα λεπτά απ’ τη στιγμή εκείνη, οι γρίλιες του γραφείου σκοτείνιασαν  ξαφνικά και τρεις άνθρωποι ξεχύθηκαν βιαστικοί απ’ την είσοδο της πολυκατοικίας.
«Καλύτερα να οδηγήσω εγώ.. εσείς προσπαθείστε να συγκεντρώσετε την ψυχραιμία σας και το υλικό που έχετε στα χέρια σας... νομίζω πως στο σπίτι της μυστηριώδους θείας Τούλας, θα βρούμε τα κομμάτια που μας λείπουν... για να ολοκληρώσουμε επιτέλους την εικόνα...»

Ο Ορέστης κάθισε στο πίσω κάθισμα μαζί της, την αγκάλιασε προστατευτικά κι άφησε ένα τρυφερό φιλί στα μαλλιά της. Έσφιξε με νόημα τα χέρια της, κι ήταν σαν να της έλεγε:
«Μη φοβάσαι αγάπη μου! Ό,τι κι αν έρθει θα το περάσουμε μαζί!»
«Μου επιτρέπετε να βάλω χαμηλά το ραδιόφωνο; Έχει την αγαπημένη μου εκπομπή, αναγνώσματα λογοτεχνικών κειμένων... αν δεν σας ενοχλεί, θα ήθελα ν’ ακούσω τη συνέχεια... ξέρετε, με βοηθάει να οργανώνω τη σκέψη μου... και δεν είναι λίγες οι φορές που συμπτωματικά βρίσκω κάποιες απαντήσεις στις υποθέσεις που ερευνώ...»
«Παρακαλώ κύριε Ιωάννου!... ίσως βοηθήσει και τις δικές μας σκέψεις... πού ξέρετε;»

Ο Ορέστης μισάνοιξε το πίσω παράθυρο και η αύρα απ’ το βραδινό αεράκι, παρέσυρε για λίγο τις βασανιστικές τους σκέψεις. Η απαλή μελωδία απ’ το ράδιο γαλήνεψε την αντάρα που τους κατάτρεχε, τρεις άνθρωποι αμίλητοι, με τις σκέψεις τους σε παράλληλες τροχιές, να τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, διαγράφοντας οργιώδη σενάρια. Λες και κάποια αόρατη δύναμη άνοιξε διαμιάς το κουτί της Πανδώρας, απελευθερώνοντας καλοφυλαγμένα μυστικά και κιτρινισμένες σελίδες απ’ το παρελθόν.
«Τη νύχτα που μετρώ ξανά τα κυπαρίσσια... ένα-ένα ως το τελευταίο... θα με περιμένει άραγε ο παππούς μ’ ένα γλύκισμα;… θα τηρήσει την υπόσχεσή του;» ...σκέφτηκε με παράπονο η Σοφία. Ένιωσε μιαν έντονη ναυτία να την ανακατεύει, σαν  να την κατάπιε ξαφνικά ένα τεράστιο κύμα κι εκείνη ανήμπορη ν’ αντισταθεί, παρασύρεται ολοένα στην ορμητική του δίνη. Σαν τον υποτιθέμενο θάνατο του πατέρα της...

«...Εκεί, μέσα στον ύπνο μου, μ’ εφάνηκε πως έκλαψε το παιδί. Το καϋμένο!, είπα, δεν έφαγε σήμερα χορταστικά. Και ακούμβησα στην κούνια του να το βυζάξω. Mα ήμουν πολύ κουρασμένη και δεν μπορούσα να κρατηθώ. Το έβγαλα λοιπόν, και το έβαλα κοντά μου, μέσ’ το στρώμα, και του έδωκα τη ρόγα στο στόμα του. Εκεί με ξαναπήρεν ο ύπνος.
Δεν ηξεύρω πόσην ώρα ήθελεν ως το πουρνό. Μα ’σαν έννοιωσα να χαράζη – ας το βάλω, είπα, το παιδί στον τόπο του.
Μα κει που πήγα να το σηκώσω, τι να διω! Το παιδί δεν εσάλευε!
Εξύπνησα τον πατέρα σου· το ξεφασκιώσαμε, το ζεστάναμε, του ετρίψαμε το μυτούδι του, τίποτε! – Ήταν απεθαμένο!...»
Φίλες και φίλοι της εκπομπής, ακούσατε ένα απόσπασμα απ’ το έργο του Γεωργίου Βιζυηνού
}Το αμάρτημα της μητρός μου~
Ανανεώνουμε το ραντεβού μας για αύριο  βράδυ, όπου θα ολοκληρώσουμε την ανάγνωση του συγκλονιστικού διηγήματος. Ευχαριστούμε που ήσασταν στην παρέα μας κι απόψε.
Να έχετε μιαν υπέροχη βραδιά!

Το αυτοκίνητο του Ιωάννου, ανέπτυξε ξαφνικά ταχύτητα. Ο οδηγός πάτησε δυνατά το γκάζι, κλείνοντας με μιαν απότομη κίνηση το ραδιόφωνο...


ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ

Στρίγγλισαν οι ρόδες του αυτοκινήτου, καθώς ο Ιωάννου έκανε απότομα στροφή 180 μοιρών.
-Που πάμε; ρώτησε η Σόφη. Το σπίτι της θείας είναι από την άλλη πλευρά.
-Πείτε μου κυρία Μιχαήλ, σε ποιο ληξιαρχείο έχει δηλωθεί η γέννησή σας;
-Στο ληξιαρχείο Αθηνών.
-Στην Αθήνα γεννηθήκατε; Αφού κοντά στην Επίδαυρο είναι το χωριό σας....
-......Φαίνεται, η μητέρα μου ντρεπόταν που θα έφερνε στον κόσμο ένα εξώγαμο... είπε η Σόφη, συνειδητοποιώντας ότι ποτέ πριν δεν είχε αναρωτηθεί για αυτήν την λεπτομέρεια, τη μια ακόμα ανάμεσα στις τόσες...
-Εκεί λοιπόν θα πάμε.

28 χρόνια πριν, σε ένα μικρο διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας

" Κατερίνα τι έκανες;!
Η Κατερίνα κατακόκκινη έπεσε στα γόνατα και ξέσπασε σε κλάματα.
-Πώς μπόρεσες; Τι σκεφτόσουν;!
-Τον αγαπάω Τούλα, τον αγαπάω!
Η Τούλα την σήκωσε από το πάτωμα απότομα και την ταρακούνησε με δύναμη.
-Δε σκέφτηκες κανέναν, εσένα , εμένα, τους γονείς μας, εγώ πως θα τους αντικρίσω; Είμαι εδώ να σε προσέχω, πως μπόρεσες;
Λύγισε όμως μπροστά στην αδερφή της που ξέσπασε και πάλι σε κλάματα. Βλέποντας το σώμα της να τραντάζεται από τους λυγμούς δε μπόρεσε να συνεχίσει άλλο.
Η φωνή της σκληρή ακόμη όταν της μίλησε. 
-Σήκω και ντύσου. Ξύπνησε τον κι αυτόν και πες του να τσακιστεί να φύγει πριν γυρίσω πίσω! Αν είναι άντρας, θα ξέρει τι να κάνει από εδώ και πέρα."

Από την πρώτη στιγμή η Τούλα είχε καταλάβει τι συνέβαινε ανάμεσα στον όμορφο ξένο και την αδερφή της, από εκείνο το μοιραίο βράδυ που την έσωσε από ατίμωση, ίσως και θάνατο! Είχε περάσει σχεδόν 1 χρόνος από τότε. Ο Γιώργος ταξίδευε συχνά κι έλειπε μήνες κι η Κατερίνα έμενε πίσω λαχταρώντας ένα του γράμμα, ένα αραιό τηλεφώνημα και την επιστροφή του. Μαραινόταν όσο εκείνος ήταν μακρυά και άνθιζε κάθε που γύριζε κοντά της! Κι ας γύριζε κάθε φορά και πιο απόμακρος, κάθε φορά και πιο σκοτεινός... σαν κάποιο φάντασμα να κουβαλούσε και μια σκιά αδιόρατη να τον κατέτρεχε...
Ένα χρόνο σχεδόν, ο Γιώργος Αγγέλου είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας τους, ήταν δεν ήταν εκεί. Ήταν πάντα εκεί! Κι όταν δεν της μιλούσε η Κατερίνα για εκείνον, έτρεχε η δική της σκέψη κοντά του. Πονούσε η καρδιά της από έρωτα, πονούσαν τα σωθικά της, αλλά τα ξέσκιζε... για να βλέπει τα μάτια της αδερφής της να λάμπουν! Κι έκανε πολύ καλή δουλειά! Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ πως ένιωθε, ακόμα και η ίδια είχε πιστέψει ότι είχε θάψει για πάντα αυτό το συναίσθημα. Το τσίμπημα στα στήθια της κάθε που έβλεπε μαζί το Γιώργο και την Κατερίνα είχε γίνει πια σχεδόν ανεπαίσθητο, μηδαμινό. Τα είχε αφήσει λοιπόν όλα πίσω της κι απλά συνέχιζε την άχαρη καθημερινότητα της. Μέχρι εκείνη τη μέρα, εκείνη τη στιγμή... η μάλλον καλύτερα, το προηγούμενο βράδυ...
Όλη τη νύχτα πάλευε με τα σκεπάσματα, έθαβε το κεφάλι της κάτω από το μαξιλάρι, να μην ακούει τα αγκομαχητά του πάθους στο διπλανό δωμάτιο.. Κι έκλαψε, έκλαψε πολύ... αποκοιμήθηκε αποκαμωμένη... ένας ύπνος ταραγμένος, μαύρα όνειρα, θαμπά...
Το πρωί τη βρήκε κουλουριασμένη σε εμβρυϊκή στάση, να αγκαλιάζει τα γόνατά της. Έπρεπε να σηκωθεί, έπρεπε να αντικρίσει την αλήθειά! Κι η αλήθεια ήταν πως όλα όσα ονειρευόταν, η αδερφή της τα είχε μόλις αποκτήσει. Ένιωσε το θυμό μέσα της να φουντώνει, καζάνι με πηχτό ζουμί το αίμα της, ανέβαινε ως τα μηλίγγια. Για όλα έφταιγε η Κατερίνα! Πως μπόρεσε; Πως μπόρεσε να ατιμάσει έτσι την οικογένειά τους; Πως άφησε τον πόθο να την παρασύρει; Πως θα ξεπλενόταν τώρα την ντροπή; Μα ήταν ντροπή ο έρωτας; Ναι, ήταν! 
Έτσι έλεγε στον εαυτό της, έτσι ήθελε να πει και στην αδερφή της... όμως βαθιά μέσα της ήξερε ότι δεν ήταν η ντροπή αυτό που την κάρφωνε, αλλά η ζήλευα! Μια ζήλια τυφλή που το ένιωθε πως την οδηγούσε σε μονοπάτια επικίνδυνα...αλλά και πάλι... θα έβρισκε τη δύναμη να κάνει αυτό που έπρεπε... για την αδερφή της! Για την ευτυχία που της άξιζε να βρει!
Μέχρι το μεσημέρι είχε πια αποφασίσει. Έβαλε σε μια βαλίτσα μερικά ρούχα της Κατερίνας και την πήγε σχεδόν σέρνοντας στο σταθμό των ΚΤΕΛ. 
-Θα εξαφανιστείς! Και δε θα γυρίσεις μέχρι να σε καλέσω! Αν αυτός ο άτιμος δεν φερθεί σαν κύριος, θα έχει να κάνει μαζί μου! 
-Τι θα πω στη μαμά; Στον μπαμπά;
-Θα πεις ότι σου έλειψαν και ήθελες να πας επίσκεψη! Κι ότι εγώ δεν μπόρεσα να πάρω άδεια. 
-Τούλα, σε παρακαλώ... 
Τα δάκρυα της Κατερίνας την πονούσαν σαν να ήταν δικά της... όμως δεν έκανε πίσω... έπρεπε να την προστατεύσει!

Το ίδιο απόγευμα, κατά τις 7 όπως πάντα, η πόρτα χτύπησε κι ο Γιώργος φάνηκε στο κατώφλι. Την καλησπέρισε κι αναζήτησε την Κατερίνα.
-Δεν είναι εδώ... Έφυγε... είπε ψυχρά και παραμέρισε. Πέρασε....
-Τι εννοείς έφυγε;
-Πήγε στο χωριό.
-Έτσι ξαφνικά; Το πρωί δεν μου είπε τίποτα.
-Ξαφνικά... ποιος ξέρει; Ίσως μετάνιωσε... ίσως κατάλαβε το λάθος που έκανε χτες... Δεν ξέρω ούτε πότε ούτε ΑΝ θα ξαναγυρίσει... Δε μιλάς; Τι να πεις... Νόμιζες πως δε θα καταλάβαινα; Ήρθες λέει λιώμα... Τι κρύβεις Γιώργο; Γιατί αυτή η σκοτεινιά στα μάτια σου; Τι σε έτρωγε κι ήσουν λιώμα; Ή μήπως ήταν πρόσχημα για να τη ρίξεις στην αγκαλιά σου; Δεν ντράπηκες; Ούτε έμενα ούτε την Κατερίνα; 

Όση ώρα μιλούσε, τα μάτια της πέταγαν σπίθες! Δεν είχε πάρει είδηση πως η ρόμπα της είχε λυθεί και το πλούσιο μπούστο της ξεπρόβαλε αναιδέστατα μπροστά στα λαίμαργα μάτια του Γιώργου, που ως εκείνη τη στιγμή έμενε σιωπηλός. Σηκώθηκε και με αργά βήματα την πλησίασε.

-Γιατί κάνεις έτσι Τούλα; της είπε με μειλίχια φωνή. Δεν κάναμε κάτι κακό... άπλα χαρήκαμε τον έρωτά μας...
-Μας ντρόπιασες, μας ατίμωσες καταλαβαίνεις;
-Αυτό είναι; Είσαι σίγουρη; Ή μήπως ζηλεύεις;
Η Τούλα πάγωσε... 
-Νομίζεις δεν ξέρω πως αισθάνεσαι; Δε βλέπω τον τρόπο που με κοιτάς; Πως τσιτώνει το δέρμα σου και σφίγγουν τα μάτια σου όταν με βλέπεις να την αγκαλιάζω; 
-Τι..τι είναι αυτά που λες... ψέλλισε... εγώ δεν...

Τα χείλη της σφραγίστηκαν από τα δικά του. 
Καθώς τη φιλούσε, της ψιθύριζε με λαγνεία ότι κι αυτός την ήθελε, πάντα την ήθελε...
Προσπάθησε να τον σπρώξει, να ξεφύγει, άλλα μάταια... ήταν πιο δυνατός από εκείνη... Ψέμματα! Ο πόθος της ήταν πιο δυνατός από εκείνη! Καθώς ταξίδευε αργά από τα μάγουλα στο λαιμό της κι από εκεί στο στήθος της, καθώς τα χέρια του ανεβοκατέβαιναν γρήγορα στο κορμί της, καθώς η αναπνοή του γινόταν πιο γρήγορη, κάθε της αντίσταση έσβησε. Παραδόθηκε με τρέλα σε αυτό που τόσες φορές είχε ονειρευτεί! Και να που ήρθε η στιγμή να το ζήσει... έστω κι έτσι, για μια φορά, για ένα μόνο βράδυ... κι έπειτα θα αποσύρονταν και πάλι στο περιθώριο και για άλλη μια φορά θα έβαζε τη ζωή της στην άκρη για την Κατερίνα. Ας ήταν... 
-Κάθαρμα... κατάφερε να αρθρώσει... σ' αγαπώ.... κάθαρμα!

Όταν ο ήλιος επέστρεψε, είχε επιστρέψει κι η αυτοκυριαρχία της. Ξύπνησε και κοίταξε το Γιώργο να κοιμάται δίπλα της. Άφησε ένα φιλί στα χείλη του, σηκώθηκε, ντύθηκε, έφτιαξε καφέ και για τους δυο τους. Λίγο αργότερα ήρθε και τη βρήκε στην κουζίνα. Έκανε να τη φιλήσει. Τραβήχτηκε. Απλά, καθαρά και ήρεμα...σχεδόν σκληρά, χωρίς ίχνος από το προηγούμενο πάθος της, είπε:
-Ο,τι έγινε χτες, θα μείνει στο χτες. Μην τόλμησες ποτέ να πεις τίποτα σε κανέναν. Φεύγοντας από εδώ, θα πας στο χωριό. Θα βρεις την Κατερίνα και θα της ζητήσεις να παντρευτείτε. 
-Κι αν αρνηθώ;
-Δε θα αρνηθείς... Ξέρεις, υπάρχει μια λεπτομέρεια που δε σου έχω πει... ο Δημήτρης Αναγνώστου, το αφεντικό σου, είναι πατέρας της καλύτερης μου φίλης... κοίτα σύμπτωση! Μια μου λέξη και δε θα ξαναβρείς ποτέ δουλειά σε καράβι!
- Δε θα το κάνεις!...
-Ω μα να είσαι σίγουρος πως θα το κάνω!Αν τολμήσεις να την πληγώσεις, αν δω στα μάτια της έστω και ένα δάκρυ εξαιτίας σου, θα κάνω αυτό κι άλλα πολλά να σε καταστρέψω... μην κάνεις το λάθος να με δοκιμάσεις... Και τώρα φεύγα! Δρόμο!
Άνοιξε την πόρτα και τον πέταξε έξω. Έμεινε να ακούει τα βήματά του να ξεμακραίνουν... ήξερε πως μαζί του έπαιρνε κάθε πιθανότητα να γίνει ευτυχισμένη... αποχαιρέτισε σιωπηλά την καρδιά της κι άφησε τα δάκρυα ελεύθερα να θρηνήσουν τη ζωή που δεν έζησε...

Λίγες μέρες αργότερα, μια απαστράπτουσα Κατερίνα της ανακοίνωνε τον αρραβώνα της με τον άντρα που αγαπούσε. Τη φίλησε σταυρωτά και την αγκάλιασε σφιχτά. 
- Είδες; Στο είχα πει πως δεν είναι παλιάνθρωπος! 
-Ναι κορίτσι μου! Η ώρα η καλή! 

Οι μέρες έπειτα περνούσαν αδιάφορα. Η Κατερίνα προετοιμάζοταν πυρετωδώς για τον αρραβώνα. Ο γάμος θα γινόταν μόλις ο Γιώργος επέστρεφε από το επόμενο μπάρκο. 

Ακριβώς την προηγούμενη των αρραβώνων, την ώρα που σχολούσε από τη δουλειά της, ένιωσε ένα χέρι να την τραβάει και να τη σπρώχνει στην εσοχή μιας πολυκατοικίας. Ήταν Σεπτέμβρης κι είχαν αρχίσει τα πρωτοβρόχια. Εκείνη τη μέρα η βροχή έπεφτε με λύσσα. Ο Γιώργος χωρίς να μιλήσει την έσφιξε πάνω του. Το πρόσωπό του αυλάκωναν στάλες... αν ήταν βροχή η δάκρυα δεν ξεχώριζε. Πήγε κάτι να πει να φωνάξει, αλλά μόλις τον κοίταξε πιο προσεκτικά έμεινε σιωπηλή. Κάτι στο βλέμμα του την τρόμαζε...
- Τούλα, εγώ... δεν είναι ακόμα αργά... σε παρακαλώ... προλαβαίνουμε... δεν ξέχασα... δεν μπόρεσα... σε παρακαλώ... στο χέρι σου είναι...
Στην αρχή δεν κατάλαβε. Όταν όμως έσκυψε και τη φίλησε όλα ξεκαθάρισαν. Το μυαλό της θόλωσε. Ήταν δυνατόν; Ώστε την αγαπούσε; Κι η Κατερίνα; Ω μα ήταν όλα τελικά ένα μεγάλο λάθος; Όχι, όχι, δεν μπορούσε να το κάνει αυτό στην Κατερίνα!Τον λάτρευε! Κι ήδη την είχε προδώσει μια φορά...
-Είναι πολύ αργά Γιώργο... πολύ αργά... θυμήσου τι σου είπα... μην την πληγώσεις ποτέ! 
Δεν είπε τίποτα... έσκυψε το κεφάλι και βγήκε ξανά μες στη βροχή.
Η Τούλα τον κοιτούσε ώσπου χάθηκε... έκανε ένα βήμα αλλά ο αέρας μέσα της λιγόστεψε ξαφνικά, τα κτίρια έγιναν χέρια απειλητικά που την άρπαξαν κι άρχισαν να τη στροβιλίζουν στον αέρα με φρενήρεις ρυθμούς κι αυτή γυρνούσε γυρνούσε γυρνούσε... ώσπου μαύρισε ο τόπος και ξαπλώθηκε κατά γης...

Όταν συνήλθε βρισκόταν στον ολόλευκο θάλαμο του νοσοκομείου. Λίγο παραπέρα αναγνώρισε θολά τη φιγούρα της Κατερίνας και την άκουσε αμυδρά να ευχαριστεί το γιατρό που έφευγε. Μόλις τελείωσαν ήρθε κοντά της και τη βοήθησε να ανασηκωθεί. Η Τούλα ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η αδερφή της την κοιτούσε παράξενα, ψυχρά.
-Πως είσαι;
-Δεν ξέρω... ζαλισμένη...
- Λογικό... θες λίγο νερό; 
-Ναι σε παρακαλώ.
Καθώς έκανε να βγει, η Κατερίνα γύρισε απότομα και τη ρώτησε:
-Τούλα ποιανού είναι το παιδί που κουβαλάς;



ΔΥΟ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Νοέμβριος 1983

Το κρύο νερό έπεφτε με δύναμη στα λαρύγγια του, όπως και στο πλοίο EVIQUEEN στην μέση του ωκεανού. Προσπαθούσε μάταια με τη δουλειά να ξεχαστεί ή έστω να ξεμπλέξει το κουβάρι στο μυαλό του που τον ταλαιπωρούσε μήνες τώρα.

- Ε, Γιώργο! Σε θέλει ο Αναγνώστου πάνω, επείγει λέει. Θα σε αντικαταστήσω μέχρι να γυρίσεις.
- Πως τον είδες, θυμωμένο;
- Τι να σου πω.. σκεπτικός φαινόταν ο άνθρωπος. Άντε μην αργείς!

Το φιλικό χτύπημα στην πλάτη, λες και τον ξύπνησε ταρακουνώντας τον. "Μόλις γυρίσω στην Ελλάδα, όλα θα αλλάξουν. Αυτό δεν μπορεί, δεν πρέπει να συνεχιστεί." μονολόγησε και η γροθιά του άφησε ένα βαθούλωμα στον τοίχο. Αδιαφόρησε για τα περίεργα βλέμματα των ναυτικών ανεβαίνοντας δυο-δυο τις σκάλες. Μπήκε μέσα φουριόζος, αφού μετά το χτύπημα της πόρτας έλαβε την απαραίτητη συγκατάθεση.

-Γιώργο, ο κλοιός στενεύει. Πρέπει να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία. Όσα κερδίσαμε κερδίσαμε. Ας σκεφτούμε τώρα τις οικογένειές μας πως θα καταστραφούν αν μας πιάσουν.
-Με πρόλαβες Δημήτρη,αυτό ερχόμουν να σου πω. Δεν θέλω να βρεθώ μπλεγμένος τώρα και να πληγωθεί η Κατερίνα. Ειδικά μετά από όσα έγιναν που είδα και έπαθα να την πείσω τόσους μήνες πως δεν συνέβη τίποτα με την αδελφή της.
- Με την Τούλα ε;
- Ε ναι με αυτή την τρελή. Έχει και άλλη; Αν είναι να προφυλακτώ.
- Σε παρακαλώ, μην παρεκτρέπεσαι. Ξεχνάς ότι είναι παιδικές φίλες με την κόρη μου.
- Για να τα λέω κάτι ξέρω Δημήτρη.
- Γιατί δεν παντρευτήκατε με την Κατερίνα, να την πάρεις και να φύγετε μακριά από όλα αυτά;
- Στην κατάστασή της; Δεν ήθελα να το διακινδυνέψω. Όταν γεννηθεί με το καλό το παιδί θα την πάρω να ζήσουμε αλλού. Θα ψάξω να βρω και μια δουλειά στην στεριά. Κουράστηκα! Εντάξει το ξέρω ότι οι γονείς της είναι έξαλλοι που θα παντρευτούμε μετά, αλλά δεν γινόταν αλλιώς.
- Γιώργο ακούγονται πολλά. Εννοώ.. μόλις μαθεύτηκε η εγκυμοσύνη της Κατερίνας, η Τούλα έφυγε και δεν ξέρει κανείς που πήγε. Ούτε η κόρη μου. Και την Κατερίνα δεν την βλέπουν συχνά εκεί. Ελπίζω να μη λες ψέμματα και σε εμένα.
- Δεν καταλαβαίνω τι μου λες, πρέπει να γυρίσω και στη δουλειά μου.
- Να προσέχετε. Έχω κακό προαίσθημα.., είπε ανήσυχος και δικαιώθηκε.

Λίγες ημέρες μετά την γέννηση της Σόφης, τον φυλάκισαν. Κανείς δεν έμαθε τίποτα, μιας και τα κανόνισε όλα ο Αναγνώστου. Του το όφειλε. Εκείνος τον έμπλεξε, εκείνος έπρεπε τώρα να τον βγάλει μια και καλή από αυτή την ιστορία. Όταν βγήκε από την φυλακή ο Γιώργος δεν ήταν πια ο ίδιος. Από μισόλογα κατάλαβε ο Αναγνώστου πως η Τούλα επικοινώνησε μαζί του. Και από τότε βυθίστηκε στα σκοτάδια του πιάνοντας πάτο. Ένα βράδυ γυρνώντας στο πλοίο, στο λιμάνι της Γιοκοχάμα, θολωμένος από το πολύ αλκοόλ δεν παρατήρησε τον κίνδυνο που βρισκόταν απέναντί του. Δύο ληστές είχαν ακινητοποιήσει μια νεαρή κοπέλα που έμοιαζε μοιραία στην Κατερίνα. Χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκε στην μέση. Σκόρπιες εικόνες. Τα λάθη του, τα πάθη του, ο πληγωμένος του εγωϊσμός ύστερα από την απόρριψη της Τούλας, τα ατελείωτα ψέματα και μια καθυστερημένη συγνώμη χωρίς παραλήπτες. Η αυλαία έπεσε.
Κι έμεινε μοναχά το σημάδι του, κάπου εκεί στο πλοίο και στις ψυχές δύο γυναικών..

Μετά από ένα μήνα, τον Ιανουάριο του 1984 έγινε η μυστική τους συνάντηση. Η μητέρα της Τούλας και της Κατερίνας κοιτούσε συγκλονισμένη τον Αναγνώστου. Αργότερα ήρθε η σειρά εκείνου να παγώσει με όσα του εξιστορούσε η στενή του φίλη Ωραιοζήλη. Η βροχή που έπεφτε με δύναμη, κάλυπτε την σιωπή τους μέχρι να αποχωριστούν κουβαλώντας το βάρος της αλήθειας.

Μάρτιος 1983

Η Τούλα κοιτούσε την αδελφή της που περίμενε μια απάντηση. Έβλεπε τον πόνο της, μα ένιωθε τόσο ανήμπορη.. Πήγε να της πιάσει το χέρι για να πάρει δύναμη και η βίαιη αντίδραση της Κατερίνας την πάγωσε. Ποια αλήθεια να της πει; Την δική της ή την δική του;

Η Κατερίνα βγήκε έξω τρέχοντας ξεσπώντας σε λυγμούς. Σκούπισε τα μάτια της και κατευθύνθηκε στον γιατρό. Από εκεί και πέρα όλα έγιναν τόσο γρήγορα, σαν ταινία.. Όταν βγήκε η διάγνωση της Τούλας, η οικογένεια έπρεπε να σταθεί στα πόδια της. Δεν γνώριζαν τίποτα για την ψυχική της νόσο, ήθελαν όμως το καλό της.

- Η Τούλα δεν θα μπορέσει να μεγαλώσει το παιδί της με ασφάλεια.. Μπορεί να του κάνει και κακό.. Τι μας βρήκε κόρη μου.. γιατί σε εμάς;
- Μάνα σταμάτα. Το παιδί θα το μεγαλώσω εγώ. Δεν θα το μάθει κανείς. Μόνο οι τέσσερις μας θα γνωρίζουμε. Ούτε ο Γιώργος, δήλωσε αποφασιστικά αλλά με τρεμάμενη φωνή όταν το στόμα της σχημάτιζε το όνομά του.

Ανέβηκε στην σοφίτα για να βρεθεί μόνη με τις σκέψεις της μέχρι να αντιμετωπίσει την Τούλα. Θα επέστρεφε από ώρα σε ώρα.. Ήταν τα πιο δραματικά λεπτά της ζωής της. Ποτέ δεν φανταζόταν πόσο θα της στοίχιζε η απόφασή της εκείνη την ημέρα.. Λες και ο καρκίνος άρχισε να δημιουργείται από την ώρα που έμαθε για την εγκυμοσύνη της αδελφής της και να εξαπλώνεται αργά και βασανιστικά με όλα όσα ακολούθησαν στην πορεία..

Μία χαραμάδα φωτός την άγγιξε και ανασηκώθηκε στον ήχο της εξώπορτας.



ΠΙΟΝΙΑ ΣΕ ΣΤΗΜΕΝΗ ΠΑΡΤΙΔΑ

Μπρος στην εικόνα της αδελφής της που έμπαινε αργοπατώντας στο χώρο της σοφίτας, ο χρόνος σαν να πάγωσε για την Κατερίνα. Στο νου της αντήχησαν σκόρπια λόγια, τα λόγια του γιατρού: «ψυχική νόσος… ήπια επεισόδια μανίας… καταθλιπτικά επεισόδια… κυκλοθυμία, απάθεια, θυμός… διπολική διαταραχή…»

Όλα αυτά που τους έλεγε ακούγονταν εντελώς ακαταλαβίστικα για την οικογένεια. Και πώς δεν τα είχαν αντιληφθεί νωρίτερα; 
Ο γιατρός ισχυρίστηκε ότι η διαταραχή είχε κάνει την εμφάνισή της πιθανόν πολύ νωρίς στη ζωή της Τούλας, και μάλλον με τη μορφή ήπιων καταθλιπτικών επεισοδίων. Επεισόδια που ήταν ολιγοήμερα και όχι πολύ συχνά. Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα του, η κοπέλα δεν παρουσίαζε σοβαρή κοινωνική δυσλειτουργία, ούτε είχε ψυχωσικά συμπτώματα.
Η οικογένεια θυμόταν την Τούλα να δείχνει συχνά αρκετά ήσυχη και μαζεμένη. Έτσι οι περιοδικές τάσεις απομόνωσης που τυχόν παρουσίαζε και η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για δραστηριότητες κατά καιρούς, δεν τους κίνησαν υποψίες, με αποτέλεσμα να μην οδηγηθούν ποτέ έως τότε στη διάγνωση της κατάστασής της.
Έκτοτε, πρόσθεσε ο γιατρός, όσο η Τούλα μεγάλωνε βίωνε κατά διαστήματα περιστατικά υπομανίας, που χαρακτηρίζονταν από έντονη αισιοδοξία, ενεργητικότητα, ευερεθιστότητα και ίσως, έντονη σεξουαλική ορμή. Μπορεί να γινόταν αρκετά παραγωγική περιοδικά, να κοιμόταν λιγότερο και να ήταν κάπως κυκλοθυμική. Για την ίδια, τα περισσότερα από όσα βίωνε στα πλαίσια της υπομανίας έμοιαζαν σχεδόν ευχάριστα - μέχρι την επόμενη κρίση άγχους, θλίψης ή θυμού.  

Όσο ο γιατρός εξηγούσε, η Κατερίνα ανακαλούσε διάφορα περιστατικά από την κοινή τους ζωή. Τότε της φαίνονταν ανεξήγητα, τώρα όμως καταλάβαινε… Θυμόταν τις εναλλαγές στη διάθεση της Τούλας, θυμόταν τα μέλη της οικογένειας να τη ρωτούν απορημένα κι εκείνη να αρνείται πως κάτι συμβαίνει. Θυμόταν πώς άλλαζαν τα μάτια της: κάποιες μέρες έδειχναν ήσυχα, υποτονικά, κι έπειτα το βλέμμα της γινόταν αγριωπό και η ίδια ασύχαστη. Θυμόταν την αξιοσημείωτη εργατικότητά της κατά καιρούς στη βιοτεχνία ενδυμάτων… κι άλλοτε, τη θυμόταν να είναι βαρύθυμη για μέρες, να λέει συνεχώς πως δεν θέλει καθόλου να πάει στη δουλειά.

«Θεέ μου, δώσε μου δύναμη, δεν ξέρω τι να κάνω… πώς θα το χειριστώ όλο αυτό; Δώσε μου δύναμη να κάνω το σωστό… για όλους μας…» σκέφτηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Κοίταξε την Τούλα. Το βλέμμα της αδερφής της ήταν κάπως αγριεμένο και σκοτεινό, κι από εκεί η Κατερίνα κατάλαβε ότι δεν ήταν και πολύ καλή η συγκεκριμένη στιγμή για κουβέντα. Πλέον όμως δεν υπήρχε γυρισμός. 

«Κατερίνα, μη στέκεις σαν να είδες φάντασμα. Εγώ είμαι, ήρθα». Η Τούλα έδειξε γύρω της το σκονισμένο χώρο της σοφίτας κι έπειτα κάρφωσε το βλέμμα της και πάλι στην αδερφή της. «Σε έψαχνα κάτω· έπρεπε να το είχα καταλάβει ότι θα διάλεγες να συναντηθούμε εδώ, στο ανήλιαγο και σκονισμένο άντρο του “δεσμοφύλακα”. Κάποτε μας τιμωρούσε εδώ, θυμάσαι; Η μάνα λείπει από το σπίτι, αλλά και να έρθει δεν πρόκειται καν να σκεφτεί ότι βρισκόμαστε εδώ πάνω. Δε θα μας ενοχλήσει κανείς. Λοιπόν, σε ακούω.»
«Δεσμοφύλακας; Μη μιλάς έτσι για τη μητέρα, Τούλα».
«Δεν μιλώ εγώ έτσι, το χωριό μιλάει έτσι γι΄αυτή. Άδικα, θεωρείς;».
«Δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα και το ξέρεις. Με ακούς, λες; Τι με ακούς, εσύ με ακούς; Εγώ είμαι αυτή που περιμένει τις εξηγήσεις σου… τίνος είναι το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου, Τούλα; Μίλα μου! Πώς μπόρεσες να συμπεριφερθείς έτσι, στον εαυτό σου πάνω από όλα, και έπειτα στην οικογένειά μας; Δεν τολμώ να διανοηθώ τι θα γίνει αν μαθευτεί στο χωριό τούτη η ατίμωση…»
«Κατερίνα, αυτό που με ρωτάς δεν πρόκειται να σου το πω. Τι σημασία έχει; Τι σημασία έχει αν λέγεται Τάσος, Ξενοφώντας, Νίκος ή Γιώργος; Είναι ο Κανείς. Για όλους σας! Νομίζεις πως αυτός ήταν ο πρώτος; Ή πως θα είναι ο τελευταίος; Μπορεί στα 27 μου να μην έχω βρει την αδελφή ψυχή μου, να μην έχω παντρευτεί, αλλά ξέρεις κάτι; Υπάρχουν πολλές άλλες ψυχές εκεί έξω. Μέχρι στιγμής όλες τους έρχονται στη ζωή μου και φεύγουν, αλλά δεν με πειράζει. Φεύγοντας παίρνουν μαζί τους - έστω κι αν είναι για λίγο - τη ρετσινιά της “γεροντοκόρης” που μου έχετε κολλήσει εδώ στο χωριό. Η Αθήνα ευτυχώς είναι μεγάλος τόπος, κανείς δεν τα κοιτάει αυτά. Εκεί μπορώ να ζήσω, να υπάρξω».
«Γι’ αυτό λοιπόν παρακάλεσες τόσο πολύ τους γονείς μας για να έρθεις μαζί μου στην Αθήνα; Για να ελευθερωθείς μ΄ αυτόν ειδικά τον τρόπο;»
«Μικρή μου αδερφή, πάντοτε χαϊδεμένη των γονιών μας, όχι. Δεν το ζήτησα γι΄ αυτό. Το ζήτησα γιατί αλλιώς δεν θα λάβαινες με τίποτα την άδεια να πας εσύ… κι ήταν τόσο σημαντικό για σένα το να σπουδάσεις, να γίνεις η δασκάλα που τόσο ήθελες! Και ακόμη, επειδή αρχικά ένιωσα πως έπρεπε να έρθω να σε προσέχω. Μα έπειτα γνώρισα εκείνο το βράδυ το Γιώργο, τον έφερα στο σπίτι μας και στη ζωή μας κι εκ των πραγμάτων ανέλαβε εκείνος να σε προσέχει, σωστά;
Όμως, Κατερίνα, όσο κι αν σου έχω αδυναμία, δεν περιστρέφονται όλα γύρω από σένα. Κάπου εκεί ήταν που συνειδητοποίησα πως έχω κι εγώ ζωή… από την οποία έκανα πίσω χρόνια και χρόνια. Και κάνω ακόμη, τ΄ ακούς; Να το θυμάσαι αυτό που σου λέω!»
«Τούλα, τι λόγια! Δεν σε αναγνωρίζω καθόλου! Και το παιδί;»
«Τι μ΄ αυτό; Νομίζεις ότι το ήθελα να συμβεί; Ότι ήταν κάτι που το προγραμμάτισα; Ατύχημα ήταν… Νομίζεις ότι το θέλω αυτό το μικρό κουτάβι που βρίσκεται μέσα στα σπλάχνα μου; Βάρος μού είναι… και βάρος θα μου είναι - να το ξέρεις. Αναρωτιέμαι πώς μπορώ να το ξεφορτωθώ, ειλικρινά στο λέω».
Η Κατερίνα την κοίταξε εμβρόντητη.
«Μικρή μου αδερφή με την τέλεια και απροβλημάτιστη ζωή, αν έχεις κάποια λύση σχετικά μ΄ αυτό, ευχαρίστως να την ακούσω. Άσε το τι προηγήθηκε. Τώρα τι γίνεται! Δε μου φτάνουν οι συνεχείς ερωτήσεις και το μόνιμα επικριτικό βλέμμα της μάνας, δε μου φτάνει που δεν μου μιλάει πια ο πατέρας, πρέπει τώρα να έχω να αντιμετωπίσω κι εσένα;»
«Τούλα, μη με ειρωνεύεσαι σε παρακαλώ, και μη μου επιτίθεσαι…»

Η Κατερίνα έκανε ένα βήμα μπροστά, την κοίταξε, προσπάθησε να ατσαλωθεί για τη συνέχεια. Ήταν η αδελφή της, για όνομα του Θεού, ήταν άρρωστη όμως και επιπλέον είχε βρεθεί ξαφνικά σε μια πάρα πολύ δύσκολη θέση. Κι αυτό που ετοιμαζόταν να της προτείνει ήταν τραγικό μεν, μα ήταν αναγκαίο… Μια θυσία, που θα γινόταν όμως κι από τις δυο πλευρές.

Παρόλο που η Τούλα είχε μόλις δηλώσει ότι δεν επιθυμούσε το παιδί, η Κατερίνα δεν μπορούσε να είναι σίγουρη ότι αυτό δεν ήταν μια κουβέντα της εν θερμώ, και πως αργότερα η Τούλα δε θα άλλαζε γνώμη. Όπως και να ήταν, η Κατερίνα έπρεπε τώρα να διαλέξει προσεκτικά τις λέξεις, να μιλήσει όσο πιο ήρεμα γινόταν, να μην την πληγώσει. Και να την οδηγήσει τελικά στο να συναινέσει στη σωστή απόφαση - μια απόφαση που είχε ήδη παρθεί.

«… Προσπαθώ να σε βοηθήσω, κορίτσι μου. Να σε σώσω από το γκρεμό όπου πας να πέσεις. Άκου. Άκου με καλά. Κι ελπίζω να συμφωνήσεις, γιατί ειλικρινά άλλη λύση δεν βλέπω».

Προσπαθώντας με νύχια και με δόντια να μην αφήσει να φανεί το ανεξέλεγκτο τρέμουλο που ξεκινούσε από μέσα της, η Κατερίνα εξήγησε στη μεγάλη της αδελφή τι είχε σκεφτεί να κάνουν. Της ανέλυσε το σχέδιό της διεξοδικά, απέφυγε όμως να αναφερθεί στην ασθένειά της και στους φόβους που είχαν στην οικογένεια σχετικά με την ανατροφή του παιδιού από την Τούλα.

«Μόνο εμείς θα γνωρίζουμε, Τούλα. Η μητέρα, ο πατέρας, εσύ κι εγώ. Κανείς άλλος, ούτε καν ο Γιώργος. Εκείνος θα νομίζει ότι είναι δικό του το παιδί. Αν συμφωνήσεις, θα του γράψω σήμερα κιόλας τα “χαρμόσυνα” νέα. Κι έπειτα, επιστρέφουμε κι οι δυο μας στην Αθήνα. Μέχρι να γεννήσεις, εγώ μπορώ να συνεχίσω τις σπουδές μου και να βρω παράλληλα μια δουλειά για να μπορούμε να ζήσουμε. Στο μεταξύ, θα δούμε πώς θα γίνει με το γάμο. Εξαρτάται από το πότε είναι να επιστρέψει στη στεριά ο Γιώργος. Έχω λίγο καιρό να λάβω νέα του».

Η Κατερίνα σώπασε, αφήνοντας στην Τούλα λίγο χρόνο για να επεξεργαστεί την πρότασή της.
Η Τούλα κοίταξε την αδερφή της με βλέμμα εντελώς απροσδιόριστο. Κι έπειτα, ξέσπασε:

«Μια χαρά τα κανονίσατε με τη μάνα, έτσι, αδερφή;  Ο ιδανικός τρόπος να κουκουλωθεί και να ξεπλυθεί η ντροπή! Η μικρή μου αδελφή θα θυσιαστεί για χάρη μου… Η καλή μας Σαμαρείτισσα, που αν και έχει τα πάντα, ποτέ δεν της είναι αρκετά - τελικά πάντα υπάρχει ο τρόπος για να αποκτήσει και κάτι ακόμη!»

Η Κατερίνα έσκυψε το κεφάλι, μην αντέχοντας το αμείλικτο βλέμμα και την κατηγορία. Προτίμησε να μην ανταπαντήσει· τι να πει;

«Έτσι κι αλλιώς, Κατερίνα», συνέχισε η Τούλα σκουπίζοντας ένα και μοναδικό δάκρυ οργής από το μάγουλό της, «αυτό το “κουτάβι” ήδη δεν μου ανήκει – όπως δεν ανήκει και σε εσένα… αυτό όμως θα είναι το μικρό μας μυστικό, σωστά;»  

Η Τούλα στράφηκε απότομα και βγήκε από το σκονισμένο δωμάτιο, χωρίς να ρίξει πίσω της ούτε μια ματιά.
Στη σοφίτα επικράτησε απόλυτη σιωπή.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Λίγους μήνες μετά

Αγαπητή μου Κατερίνα. 
Εύχομαι να είσαι καλά και εσύ και η κόρη μας. Σου γράφω για να σε πληροφορήσω πως θα αναβάλω την επιστροφή μου και έτσι αναγκαστικά θα πρέπει να αναβληθεί και ο γάμος. Το ξέρω πως με περίμενες αλλά δυστυχώς ούτε αυτή τη φορά μπορώ να τα καταφέρω. Μόλις πιάσω λιμάνι και μπορέσω θα σου τηλεφωνήσω για να σου εξηγήσω κάποια πράγματα και ελπίζω να τα καταλάβεις.
Με αγάπη, 
Γιώργος

Αγαπητή μου Τούλα. 
Εύχομαι να είσαι καλά. Σου γράφω για να σε πληροφορήσω πως έρχομαι Αθήνα σε λίγες μέρες. Δεν ξέρει κανείς για την επιστροφή μου, ούτε η Κατερίνα, ούτε καν ο Αναγνώστου γνωρίζει ότι επιστρέφω στην Ελλάδα. Το έχω φροντίσει.
Θα μείνω στην Αθήνα για πολύ λίγο και έπειτα θα φύγω ξανά. Πρέπει να σε συναντήσω οπωσδήποτε πριν τον επικείμενο γάμο. Πρέπει να μιλήσουμε. Θα σε περιμένω την Πέμπτη στις 28 του μηνός, στο γνωστό σημείο.
Με αγάπη, 
Γιώργος

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σήμερα

 «Σόφη μου; Είσαι καλά, γλυκιά μου;»

Ο Ορέστης είχε προτείνει στη Σόφη να εκμεταλλευτούν το διήμερο, κάνοντας ένα μικρό ταξίδι με προορισμό τη θάλασσα. Ήταν κάτι που το είχαν ανάγκη. Εκείνη δέχτηκε μετά χαράς και τώρα κάθονταν σε ένα μικρό παραθαλάσσιο ταβερνάκι, ακούγοντας το φλοίσβο. Οι ζεστές ακτίνες του ήλιου χάιδευαν το δέρμα τους, το απαλό αεράκι ήταν όνειρο, εκείνοι όμως δυσκολεύονταν να αφεθούν στη στιγμή, να γαληνέψουν και να ηρεμήσουν. Συζητούσαν χαμηλόφωνα όσα είχαν συμβεί, προσπαθώντας να σκεφτούν τις επόμενές τους κινήσεις.

«Σκεφτόμουν, Ορέστη… Έχω την αίσθηση πως από τη στιγμή που βρέθηκα σ΄ αυτή τη σοφίτα κι έπειτα, τρέχω. Όλο τρέχω. Χωρίς να ξέρω πού πάω. Άνοιξα αυτό το παλιό σεντούκι της γιαγιάς και νιώθω πως άνοιξα το κουτί της Πανδώρας… στρέφοντας όλα τα δεινά του κατά πάνω μου. Ό,τι ήξερα, γκρεμίστηκε… και δεν έχω ιδέα τι να κάνω τώρα για να μάθω όσα δεν γνωρίζω. Καλά-καλά δεν ξέρω αν θέλω να τα μάθω πια! Φοβάμαι τι θα βρω, καταλαβαίνεις; Κι αν θα καταλάβω αυτό που θα βρω, κι αν θα χρειαστεί να αγαπήσω ανθρώπους ή να τους μισήσω…»
«Έχεις δίκιο, αγάπη μου. Σε καταλαβαίνω. Εδώ που φτάσαμε όμως πρέπει να προχωρήσεις, αλλιώς δεν θα μπορέσεις ποτέ να ησυχάσεις…»
«Πώς, Ορέστη; Πώς να προχωρήσω, τι άλλο να κάνω;»
«Ας επιστρέψουμε στο σπίτι της θείας σου· μόνοι μας. Δεν ήθελα να πάμε χθες μαζί με τον Ιωάννου. Ίσως εκεί βρούμε απαντήσεις, ίσως κάτι να ξέφυγε της προσοχής μας την προηγούμενη φορά. Ή, μπορείς να δοκιμάσεις να μιλήσεις και πάλι με τη Γιώτα, Σόφη μου. Το ύφος της δεν μου αρέσει καθόλου. Αισθάνομαι ότι ξέρει πολλά, ότι κρύβει πολλά. Και είναι η μόνη που έχει απομείνει τώρα εν ζωή… ίσως να είναι λοιπόν η μοναδική σου ευκαιρία για να μάθεις όλη την αλήθεια. Τι λες; Ό,τι κι αν αποφασίσεις, να ξέρεις πως εγώ θα είμαι δίπλα σου…»


ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ!!!

Ιανουάριος 1984, η μυστική συνάντηση του Δημήτρη Αναγνώστου και της στενής του φίλης Ωραιοζήλης ή Ρόζας, μητέρα της Τούλας και της Κατερίνας.

Η Ρόζα άκουγε και κοιτούσε συγκολισμένη τον Αναγνώστου, δεν πίστευε στ΄ αυτιά της όλα αυτά που άκουγε από το στόμα του φίλου της. Χρειάστηκαν ώρες ώσπου να μπορέσει να της εκμυστηρευτεί τις αμαρτίες του. Έπεσε από τα σύννεφα όταν άκουσε ότι μετέφερε ναρκωτικά για λογαριασμό κάποιων! Τι σημασία είχε αν χρειαζόταν τα λεφτά για τις θεραπείες της γυναίκας του, που τελικά δεν έσωσε,  η πράξη του ήταν αισχρή! Έμπλεξε κι ένα ακόμη άτομο στην υπόθεση αυτή, που δεν ήταν άλλος από τον μέλλοντα γαμπρό της, το Γιώργο Αγγέλου. Δεν μπορούσε μόνος του να επικοινωνεί με τους εμπόρους, χρειαζόταν και κάποιον στο ανάλογο πόστο. Όταν φυλακίστηκε ο Γιώργος, στην Ιταλία, φρόντισε με τους καλύτερους δικηγόρους να τον απαλλάξει από τις κατηγορίες, δίνοντας τα ονόματα των εμπόρων.

Η περιπέτεια του όμως αυτή του στοίχισε τόσο πολύ του Γιώργου, που δεν ήθελε να γυρίσει πίσω στην Ελλάδα, ντρεπόταν και μόνο με τη σκέψη πώς θα αντίκριζε την Κατερίνα και την νεογέννητη κόρη του. Ευάλωτος όπως ήταν, το είχε ρίξει στο ποτό. Το ατύχημα ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Βαριά τραυματισμένος από τους δυο ληστές, ήταν σε ένα νοσοκομείο της Ιαπωνίας εδώ και καιρό. Κανένας δεν έμαθε τίποτα, αφού δεν είχε κανέναν στον κόσμο.
- Κι ούτε πρέπει να μάθει κανείς ποτέ τίποτα, είπε η Ρόζα. Θα στείλεις ένα γράμμα που θα λέει ότι χάθηκε σε μια θαλασσοταραχή και δεν βρήκατε ούτε το  πτώμα του. Αν συνέλθει, να του πεις να εξαφανιστεί και να μην τολμήσει να ενοχλήσει καμία από τις κόρες μου. Δεν ξέρω αν σου έχει πει, αφού ήσασταν κολλητοί, ότι είχε παράλληλη σχέση και με τις δυο. Δυστυχώς ή ευτυχώς, μόνο η Κατερίνα γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι, η Τούλα το έχασε. Άλλη φορά θα σου πω πώς και γιατί, τώρα προέχει η ηρεμία της Κατερίνας και της μικρής Σοφίας.

"Αν είχες μιλήσει τότε πατέρα.....αν!!!!!!"
Η Γιώτα κρατούσε στα χέρια της τα γράμματα που βρήκε στο συρτάρι του γραφείου του. Αποστολείς, Δήμητρα Μιχαήλ, η δική της Τούλα, Ωραιοζήλη-Ρόζα Μιχαήλ, η αυστηρή μητέρα των κοριτσιών και ξανά Δήμητρα Μιχαήλ, τέλος ένα ακόμη από τον Γιώργο Αγγέλου λίγα χρόνια μετά. Παραλήπτης σε όλα ο πατέρας της, Δημητρός Αναγνώστου, καπετάνιος του ποντοπόρου εμπορικού ναυτικού, πλοίαρχος του πλοίου EVIQUEEN το χρόνο που γεννήθηκε η μικρή Σοφία.

Κύριε Αναγνώστου,
είμαι η Δήμητρα η φίλη της κόρης σας της Γιώτας.
Όπως ίσως θα ξέρετε, ο Γιώργος Αγγέλου, ο ασυρματιστής του πλοίου σας, έχει δεσμό με την αδελφή μου την Κατερίνα. Έχει να δώσει σημεία ζωής εδώ και πολύ καιρό και ανησυχούμε. Θα 'θελα να σας ζητήσω μια χάρη, ενημερώστε τον ότι έγινε πατέρας, έχει μια όμορφη κόρη.
Πρέπει να έρθει και να αναλάβει τις ευθύνες του.
Όσο για το άλλο θέμα, ξέρει αυτός, δεν υπάρχει πια.
Σας χαιρετώ και σας ευχαριστώ πολύ!!!!
Δήμητρα Μιχαήλ

Αγαπητέ Δημητρό,
έμαθα ότι η κόρη μου η Τούλα, σου έστειλε ένα γράμμα για να ενημερώσεις τον Γιώργο για την γέννηση της δικής του κόρης. Μην ξεχνάς την κουβέντα που είχαμε οι δυο μας στο γραφείο σου.
Έχει ΠΕΘΑΝΕΙ, κατάλαβες;
Θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα η εμφάνιση του. Η Τούλα, αν και δεν ήθελε το δικό της μωρό στην αρχή, ξανακύλησε κι έχει πάθει κατάθλιψη μετά το ατύχημα της.
Καλύτερα λοιπόν για το καλό και των τριών τους, να παραμείνει πεθαμένος.
Σε χαιρετώ
Ωραιοζήλη Μιχαήλ

Κύριε Αναγώστου,
δεν μπορώ να το πιστέψω, ούτε και η Κατερίνα μας, που βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση. Ήταν πολύ άδικο να χαθεί έτσι ξαφνικά ο Γιώργος. Τώρα πρέπει να μεγαλώσουμε με πολύ περισσότερη αγάπη τη μικρή μας Σοφία. Η Κατερίνα θέλησε να της δώσει το όνομα της μητέρας του σαν τελευταίο δώρο στη μνήμη του.
Σας χαιρετώ
Δήμητρα Μιχαήλ

Αγαπητέ Δημήτρη,
επιτέλους βγήκα από το νοσοκομείο και είμαι αρκετά καλά για να ταξιδέψω.
Επειδή δεν θέλω να χαθούμε, είσαι ο μόνος που μου φέρνει νέα από την αγαπημένη μου Κατερίνα και την αγαπημένη μου κόρη, σου γράφω για να σου πω πού θα πάω. Έχω έναν ξάδελφο στην Αυστραλία και του έγραψα πριν λίγο καιρό, μάλιστα είμαστε συνονόματοι, δυο αδελφών παιδιά. Μπορεί να με φιλοξενήσει για λίγο καιρό και να με βοηθήσει να βρω δουλειά, πριν επιστρέψει για πάντα στην Ελλάδα. Εδώ είχα σκοπό να έρθω με την Κατερίνα και την κόρη μου, αν δεν συνέβαιναν όλα αυτά που με βρήκαν. Εύχομαι κάποια στιγμή να βρω το θάρρος να πω την αλήθεια στις αγαπημένες μου, πριν να είναι αργά!!
Περιμένω νέα τους κι αν μπορέσεις και μια φωτογραφία της κόρης μου.
Ο φίλος σου
Γιώργος Αγγέλου

- Πάμε Ορέστη, πάμε σε παρακαλώ στο σπίτι της Τούλας, είμαι σίγουρη ότι κάτι θα βρούμε εκεί.
Κρατώντας σφικτά στα χέρια της τα γράμματα που έπεσαν από τη Γιώτα στο αυτοκίνητο, η Σόφη βιαζόταν να φτάσει μια ώρα πιο γρήγορα στο σπίτι της Τούλας.
Δεν ήθελε να τα διαβάσει τώρα, ήταν πολύ αναστατωμένη, ας πήγαιναν και μετά.
- Τόσα χρόνια μόνη της η θεία, χωρίς συγγενείς χωρίς φίλους, δε μπορεί κάπου θα έπρεπε να λέει τον πόνο της.
- Ίσως να είχε γράψει κάποια γράμματα, ίσως να κρατούσε ημερολόγιο.
Θα ψάξουμε παντού, σε κάθε πιθανό κι απίθανο σημείο.

- Δεν αντέχω άλλο Ορέστη, ψάχνουμε τόσες ώρες και δεν βρήκαμε τίποτα!!!
Στο μόνο μέρος που δεν ψάξαμε είναι το εικονοστάσι!!
- Τι είπες τώρα Σόφη μου; Εκεί έπρεπε να ψάξουμε πρώτα πρώτα, είναι η πιο κατάλληλη κρυψώνα για ημερολόγιο και κρυφά μυστικά!!!!
Φέρε γρήγορα τη σκάλα.

Δεν σου είπα εγώ; Να το, ένα μικρό ημερολόγιο.
- Άσε με να δω τι γράφει μέσα, Ορέστη!!!!!!

................................................................................................
.........................δεν έχω άλλα περιθώρια.
Δεν γίνεται να μείνω άλλο κλεισμένη στη σοφίτα που με έκλεισε "ο δεσμοφύλακας" η μάνα μας, πρέπει να φύγω, να πάω να βρω τον Γιώργο. Είπες ότι θα μεγαλώσεις το παιδί μου, αλλά το είπες πριν καταλάβεις ότι  είσαι κι εσύ έγκυος.
Όπου νά 'ναι θα έρθει ο Γιώργος και θα παντρευτείτε κι εγώ, εγώ τι θα απογίνω;
Εγώ θα είμαι ο περίγελος του χωριού, με παιδί χωρίς πατέρα
Σου είπα ψέματα ότι το παιδί είναι δικό του, δεν συνέβη ποτέ τίποτα μεταξύ μας, όσο κι αν το προσπάθησα.
Είναι καρπός μιας εφήμερης περιπέτειας, που δεν περίμενα να έχει τέτοια κατάληξη.
Πάντα εσύ ήσουν η τυχερή και η αγαπημένη όλων, δεν σου έλειπε τίποτα.
Θέλησα κι εγώ να πάρω λίγη από την ευτυχία σου.................
..................................................................................................
- Πού βρίσκομαι;
- Μην κουνιέσαι Τούλα, δεν κάνει να κουνιέσαι, είσαι στο νοσοκομείο.
- Γιατί, τι έγινε;
- Προσπάθησες να κατέβεις από τον φεγγίτη κι έπεσες στην αυλή, ευτυχώς πάνω  στα χόρτα που είχε μαζεμένα ο πατέρας μας για τα ζώα.
Εσύ δεν έπαθες και πολλά, ένα κάταγμα μόνο στο μηρό, το μωρό όμως αναγκάστηκαν να σου το πάρουν οι γιατροί με καισαρική τομή, μήπως και το γλυτώσουν, αλλά δυστυχώς το μικρό μας αγγελούδι κατάλαβε ότι ήταν ανεπιθύμητο και προτίμησε να γυρίσει στον ουρανό με τα άλλα αγγελούδια.

Αυτά ήταν τα λόγια που ανταλλάξαμε Κατερίνα μετά την προσπάθεια μου να φύγω από τη φυλακή μου.
Αν και θεωρούσα το "μικρό κουτάβι" όπως το έλεγα βάρος, όταν το έχασα κατάλαβα πόσο το αγαπούσα κι ας μην ήταν του Γιώργου.
Σαν μια σύγχρονη Μήδεια, θυσίασα το παιδί μου για να σας πονέσω όλους.
Δεν ξέρω τι με πιάνει ώρες ώρες κι ενώ σ αγαπώ πολύ, θέλω να σου πάρω όλα αυτά που σε κάνουν ευτυχισμένη......................................................................................................
...................................................................................
Τώρα που γεννήθηκε η κόρη σου, η μικρή Σοφία, θα πάω να μείνω στο σπιτάκι της γιαγιάς μας στην άκρη του χωριού.
Θα τη βλέπω από μακριά και θα την αγαπάω.
Φοβάμαι μήπως κάνω και σε κείνη κανένα κακό με τη ζήλια μου, όπως έκανα σε σένα.
Μακάρι να μην είχε χαθεί τόσο άδικα ο Γιώργος, θα είχατε κάνει μια ωραία οικογένεια.



ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Σε κάθε λέξη που διάβαζε η Σόφη από το ημερολόγιο της Τούλας, γινόταν μέσα της ένας σεισμός. Πόσα μυστικά κρυμμένα βγήκαν στην επιφάνεια!! Το μυαλό της προσπαθούσε να συναρμολογήσει όλα αυτά που της φαινόταν ένα μπερδεμένο κουβάρι. Έπρεπε να βάλει σε τάξη όλες τις πληροφορίες που διάβαζε χωρίς ανάσα στο ημερολόγιο και να συνδέσει μεταξύ τους γεγονότα και καταστάσεις. Ξεφύλλιζε τις σελίδες του και έβλεπε μέσα εκεί να ξετυλίγεται οι ζωή των δύο αδελφών και την αιτία που είχαν αυτήν την ψυχρότητα μεταξύ τους. Είχαν αγαπήσει και οι δύο τον ίδιο άντρα.. τον πατέρα της!!

Μακάρι να ζούσε εκείνος. Θα απαντούσε σε  πολλές απορίες της. Όμως είχε χαθεί όπως της είχε πει η μητέρα της ενώ βρισκόταν στο κατάστρωμα σε μια φουρτούνα όταν ένα μεγάλο κύμα τον παρέσυρε μαζί του  στο βυθό και χάθηκε. Η Τούλα... ήταν η τελευταία από τους συγγενείς της που έφυγε από την ζωή... Οι ερωτήσεις της έπρεπε βρουν απαντήσεις για να ηρεμήσει και να συνεχίσει την ζωή της. Έλπιζε μέσα ότι μέσα σ΄ αυτό το ημερολόγιο θα έβρισκε την αλήθεια που γύρευε... όμως ακόμα και εκεί μέσα κάτι τις έλεγε ότι δεν τα έγραφε όλα η θεία της.

Ξαφνικά θυμήθηκε τα αποκαΐδια που είχε δει μέσα στο σταχτοδοχείο όταν είχανε πάει μαζί με τον Ορέστη στο σπίτι της!! Τι να έγραφε το γράμμα που έκαψε; Το βλέμμα της ήταν ακόμα γεμάτο ερωτηματικά! Είναι αλήθεια ότι το ημερολόγιο της έδωσε αρκετές απαντήσεις όχι όμως τόσο αρκετές... ώστε να λύσει όλες της τις απορίες!! Τι περίμενε ακόμα να μάθει τα ήξερε όλα πια... ή... σχεδόν όλα; 

Αγάπη μου δεν μπορώ να σε βλέπω να βασανίζεσαι άλλο!! Η φωνή  του Ορέστη την έβγαλε από την σκέψη της. Μήπως ήταν ώρα να σταματήσει να ψάχνει για κρυμμένα μυστικά; Να το πάρει απόφαση και να συνεχίσει την ζωή της μαζί με τον Ορέστη τον μόνο άνθρωπο που την αγαπούσε και στάθηκε δίπλα της. Ήταν τόσο τυχερή που τον είχε φέρει η μοίρα κοντά της. Οι δικοί της είχαν φύγει όλοι από την ζωή και όσα άλλα μυστικά και αν υπήρχαν τα πήραν μαζί τους. Όμως γιατί δεν την ικανοποιούσαν όσα είχε διαβάσει στο ημερολόγιο;

Είχε απορροφηθεί από το διάβασμα και από τις αποκαλύψεις του που δεν είχε καταλάβει πως πέρασε η ώρα. Ο Ορέστης  περίμενε υπομονετικά να τελειώσει χωρίς να την διακόπτει. Η ώρα περνούσε  και η νύχτα είχε  τυλίξει για τα καλά την πόλη ενώ ο  σκοτεινός ουρανός είχε σκεπαστεί με σύννεφα  που έκρυβαν ένα  φεγγάρι που προσπαθούσε να ξετρυπώσει από πίσω τους. 

Θέλεις να κάνουμε μια τελευταία επίσκεψη στην Γιώτα αύριο; Ίσως και να την πείσουμε αυτή την φορά να μας μιλήσει.
Τι άλλο θα μπορούσε να μας πει; του είπε.
Και ξαφνικά θυμήθηκε τον φάκελο με τα γράμματα που είχε ξεχάσει η Γιώτα και που τα είχε μαζέψει από το πάτωμα του αυτοκινήτου και τα είχε βάλει στην τσάντα της!! Πως τα ξέχασε στο αυτοκίνητο η Γιώτα; Ή μήπως τα άφησε επίτηδες; Γιατί δεν είχε το θάρρος να της τα δώσει στα χέρια της;

Τα έβγαλε και είδε από τους φακέλους έξω ότι και τα 4 αυτά γράμματα είχαν αποδέκτη όλα τον Δημήτρη Αναγνώστου τον πατέρα  της Γιώτας!! Τι έγραφαν αυτά τα γράμματα; Έτσι που τα κρατούσε της στα χέρια της κοίταξε τους αποστολείς. Τα δύο ήταν από την θεία της το ένα από την γιαγιά της την Ρόζα και στο 4ο γράμμα ο αποστολέας ήταν ο Γιώργος Αγγέλου!! Ο πατέρας της ήταν; Και πότε έστειλε αυτό το γραμμα; Πριν να χαθεί;

Το άνοιξε με τρεμάμενα χέρια και μόλις άρχισε να το διαβάζει  έγινε κάτασπρη... άρχισαν  να τρέμουν τα χέρια της... και τα γράμματα να χορεύουν εμπρός στα μάτια της. Ένιωσε να φεύγει η γη κάτω από τα πόδια της και να λυγίζουν. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί τίποτε άλλο. Της έπεσε το γραμμα από τα χέρια και βυθίστηκε στο σκοτάδι.

Ίσα που πρόλαβε ο Ορέστης να την κρατήσει στην αγκαλιά του να μην σωριαστεί στο πάτωμα.! Η κούραση και η αγωνία τόσο καιρό με όλα όσα συνέβαιναν την έκαναν να καταρρεύσει.! Εκείνος ανήσυχος ενώ της έτριβε τα χέρια να την συνεφέρει σήκωσε το γράμμα από κάτω και του έριξε μια ματιά.

Όχι δεν είναι δυνατόν... μουρμούρισε...


Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΣΟΦΗΣ

Το μυαλό της Σόφης προσπαθεί να συνέλθει από τα σοκ. Δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτό που την έκανε να χάσει τις αισθήσεις της ήταν αυτό που διάβασε ή οι γενικότερες εξελίξεις ή ότι τελικά βρίσκετε πολύ κοντά στην αλήθεια. 

Ο Ορέστης προσπαθεί να την συνεφέρει και να συνειδητοποιήσει και αυτός τα γεγονότα. Οι συνειρμοί στο μυαλό της Σόφης χιλιάδες. Καθώς συνέρχεται σκέφτεται πως το τελευταίο γράμμα έλεγε ξεκάθαρα για το που είχε σκοπό ο πατέρας της να πάει. Ο Γιώργος είχε σκοπό να μετακομίσει στην Αυστραλία. Η ντροπή του ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να αντικρίσει τις δύο αδερφές. Πόσο μάλλον την μικρή του κόρη. Ταυτόχρονα έρχεται στο νου της το γράμμα που είχε κάψει η θεία της πριν πεθάνει. Θα ήταν το ίδιο γράμμα και προς σε αυτή. Σκέφτηκε μετά και την απόδειξη με το όνομα ''Γεώργιος Αγγέλου''. 

- Είναι ο ξάδερφός του! αναφώνησε. 
Η σκέψη αυτή την έκανε να ανασηκωθεί. Ταίριαξε ανεπιτήδευτα τα ρούχα της και απευθύνθηκε στον Ορέστη.
- Η αλήθεια δεν είναι εδώ. Η θεία πέθανε και δεν μπορεί να μας πει τι πραγματικά συνέβη. Ξέρω όμως ποιος θα μας την πει. Ο Γιώργος Αγγέλου, ο ιδιοκτήτης της εταιρίας ηλεκτρονικών. Αυτός γνωρίζει και πρέπει να μας μιλήσει.
-Είναι πολύ αργά για απόψε, της λέει γλυκά ο Ορέστης. Πάμε να ξεκουραστούμε και αύριο μετά την δουλειά θα επισκεφτούμε τον κο Ιωάννου ώστε να μας δώσει την διεύθυνσή του. 

Το ζευγάρι μπήκε στο αμάξι τους και κατευθύνθηκε προς την πόλη. Ο δρόμος σαν λύτρωση για την Σόφη. Για πρώτη φορά, από τότε που ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία, ένοιωθε σίγουρη για την εξέλιξη. Δεν ήξερε το τέλος της, αλλά ήταν σίγουρη πως ήταν κοντά στην αλήθεια. Έπεσε για ύπνο και μετά από καιρό κοιμήθηκε χωρίς εφιάλτες, ούτε καν όνειρα.

Την άλλη μέρα στη δουλειά το μυαλό της ήταν αλλού μια γλυκιά αίσθηση αναμονής αλλά και αγωνίας την πλημμύριζε. Όταν περιμένεις κάτι ο χρόνος δεν περνά, ενώ αντίθετα όταν δεν θες να περάσει είναι αμείλικτος. Το απόγευμα τους βρίσκει στο γραφείο του Ιωάννου. Η Σόφη του εξηγεί τον συλλογισμό της και του ζητά την διεύθυνση του Αγγέλου. Παρά τις επιφυλάξεις και τις αμφιβολίες του ντετέκτιβ, της την δίνει. 

- Δεν θα τον πάρω τηλέφωνο. Θα πάμε κατευθείαν εκεί. Αν του τηλεφωνήσω ίσως δεν θα θέλει να μου μιλήσει, λέει στον Ορέστη.
- Έχεις δίκιο καλή μου, της απαντά και της ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου.
Δεν έμενε μακρυά και έφτασαν γρήγορα.
Ήταν μια μονοκατοικία στα προάστια η οποία μαρτυρούσε την οικονομική του κατάσταση, αλλά όμως εμφανώς παραμελειμένη. Η αυλόπορτα ξεχαρβαλωμένη άνοιξε αμέσως. Χτύπησαν το κουδούνι. Στην πόρτα εμφανίστηκε μια γυναίκα στην ηλικία της. Με σπαστά ελληνικά τους υποδέχτηκε ευγενικά και τους ρώτησε τι ζητάνε.
- Τον κο Αγγέλου θα θέλαμε. Θα θέλαμε να του μιλήσουμε.
Η κυρία διστακτικά και γεμάτη περιέργεια τους οδήγησε στο πίσω μέρος του σπιτιού. Εκεί υπήρχε ένα κήπος. Παρατημένος και χορταριασμένος. Στην μέση του μια πισίνα, άδεια και βρόμικη. Σε μια άκρη καθόταν και έπινε τον καφέ του ένας άντρας περίπου 60 χρονών. 
- Καλησπέρα σας, του είπε το ζευγάρι.
Τους ανταπέδωσε τον χαιρετισμό με ένα βλέμμα που δεν πρόδιδε καμία απορία. Ήταν λες και τους περίμενε.

Κάθισαν και αφού τους πρόσφερε καφέ, η Σόφη μπήκε κατευθείαν στο θέμα.
- Κύριε Αγγέλου σας αναζητήσαμε διότι έχω βάσιμες υποψίες πως είστε ξάδελφος του Γιώργου Αγγέλου, ο οποίος είναι πατέρας μου. Τόσα χρόνια τον είχα για νεκρό αλλά ένα παλιό του γράμμα προς την μητέρα μου με κάνει να πιστεύω πως δεν πέθανε.
Ο άντρας δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται με τα λόγια της Σόφης.
- Άκου κοπέλα μου. Δεν ωφελεί πια να κρυβόμαστε. Όλοι οι εμπλεκόμενοι πέθαναν πια. Σήμερα ή αύριο η αλήθεια κάποια στιγμή θα βγει στο φως. Τα ψέματα κάποιες φορές είναι δυνατά. Αλλάζουν τη ζωή μας. Άλλοτε την κάνουν καλύτερη, άλλοτε την δυσκολεύουν. Δεν ξέρω αυτό το ψέμα πως επηρέασε την ζωή σου, αν τελικά σε προστάτεψε. 
Η Σόφη έσφιξε δυνατά το χέρι του Ορέστη. 
- Όντως ο πατέρας σου ζει και είμαι πρώτος του ξάδερφος. Δυο αδερφών παιδιά. Και μένα την μητέρα μου την έλεγαν Σοφία και για αυτό οδηγήθηκε σε μένα ο ντετέκτιβ. Την μητέρα σου και την θεία σου τις ήξερα. Της είχα γνωρίσει όταν ο γονείς σου είχαν δεσμό. Γνωρίζω τα πάντα για αυτούς και γνώριζα τα πάντα και για την ιστορία που έπλεξε η γιαγιά σου για τον υποτιθέμενο θάνατο του πατέρα σου.  Ο Γιώργος μου τα είχε πει όλα. Το τι απέγινε όμως ο πατέρας σου όμως το ήξερε και η θεία σου. Όταν ο Γιώργος ήταν φυλακή, ήρθε στο κατάστημα ηλεκτρονικών που διατηρούσα τότε για να με ρωτήσει για την τύχη του. Της είχα πει τότε, πως το κατάστημα θα το έκλεινα και θα έφευγα για την Αυστραλία. Και ότι είχα προτρέψει και τον πατέρα σου, αφού τελείωναν όλα να έρθει και αυτός. Τα είχα πει όλα στην θεία σου. Ήξερε που να με βρει, ήξερε τη διεύθυνση του καταστήματος και του τότε σπιτιού μου. Και μάλιστα ο Γιώργος της είχε στείλει ένα γράμμα όταν γεννήθηκες για να μάθει νέα σου. Αλλά δεν πήρε καμία απάντηση.

Η Σόφη τον άκουγε αποσβολωμένη. Μια γλυκιά ανυπομονησία την έτρωγε για να μάθει το τέλος της ιστορίας. 
- Ο πατέρας σου έγινε μεγάλος και τρανός στην Αυστραλία. Δούλεψε σκληρά και έκανε πολλά χρήματα. Ίσως από την πίκρα που είχε επειδή σε άφησε, το έριξε στη δουλειά. Πάντα έλεγε να επιστρέψει και να αναζητήσει, αλλά πάντα το μετάνιωνε γιατί θεωρούσε πως θα σου ανακατέψει τη ζωή. Τον είχες για νεκρό. Μια τέτοια ανατροπή θα σου άλλαζε την ζωή. 
- Τι απέγινε... Θέλω να μου πεις τι απέγινε... Ζει;... τον ρώτησε με αγωνία η Σόφη.
- Ναι ζει...

Η Σόφη στο άκουσμα το ότι ο πατέρας της ζει έμεινε άφωνη. Μια περίεργη σιωπή απλώθηκε στον χορτιαριασμένο κήπο. Δεν ήξερε τι να πει, δεν ήξερε τι να ρωτήσει. Δεν ήξερε καν αν θέλει να μάθει. Μα γιατί να μην θέλει; Αφού αυτό προσπαθούσε τόσο καιρό. Είναι κάποιες φορές που ο πόθος σου και η αναμονή για κάτι είναι τόσο μεγάλα, που όταν τελικά φτάνεις στο τέλος έχεις τόσο εξαντληθεί, που δεν έχεις τα κουράγια να μάθεις την αλήθεια.
- Που βρίσκετε; ρώτησε ο Ορέστης σπάζοντας την σιωπή.
- Προς το παρόν είναι στην Αυστραλία ακόμα. Αλλά λόγω του ότι βγήκε στην σύνταξή αποφάσισε να έρθει πίσω στην Ελλάδα. Σε έναν περίπου μήνα θα είναι πίσω στην πατρίδα. Δεν έχει επιστρέψει ποτέ από τότε που έφυγε. Σκέφτεται να μείνει στο πατρικό του στο χωριό. Στο χωριό που μεγαλώσαμε. Είναι αρκετά μακρυά από την πόλη μας. Περίπου 5 ώρες με το αμάξι. 
- Για την Σόφη γνωρίζει πως τον ψάχνει; Είχατε επικοινωνία; τον ρωτά ξανά ο Ορέστης.
- Ναι γνωρίζει. Του είπα πως ένας ντετέκτιβ έψαχνε για την υπόθεση. Απλά όταν ήρθε σε μένα ο κος Ιωάννου δεν ήξερα τι να του πω. Έπρεπε να ρωτήσω πρώτα τον πατέρα σου.
Τα μάτια της Σόφης βούρκωσαν με τα λόγια του θείου της.

Ο Αγγέλου της έπιασε το χέρι.
- Ο πατέρας σου είναι ένας πολύ βασανισμένος άνθρωπος. Έκανε κάποια λάθη παλιά σαν νέος. 'Ολοι κάναμε. Τα πλήρωσε ακριβά. Φυλακίστηκε και έζησε μακρυά από την κόρη του. Με το μαράζι των λαθών του, δεν μπόρεσε να φτιάξει την ζωή του στην Αυστραλία. Δεν παντρεύτηκε και δεν έζησε καλά. Μόνο δουλειά και τίποτα άλλο. Μόλις έμαθε πως τον αναζητάς η ζωή του απέκτησε νόημα. Μην τον καταδικάσεις λοιπόν και συγχώρεσε τον. Δωσ΄του μια ευκαιρία για να επανορθώσει και να ζήσει την ζωή που δεν έζησε. Μια ευκαιρία... κάτι που δεν θα έχω ποτέ εγώ.

Η καρδιά της Σόφης γλύκανε. Δεν είχε λόγο να κρατήσει κακία στο πατέρα της. Δεν είχε νόημα μετά από τόσα χρόνια. Μα για ποια ευκαιρία που έχασε της ανέφερε ο θείος της; Τον ρώτησε αμέσως με απορία.
- Με την θεία σου την Τούλα είχαμε μια περιπέτεια. Ήταν ερωτευμένη όμως με τον ξάδερφό μου. Και αυτήν την αδυναμία της κάποια στιγμή που ήταν θλιμμένη την εκμεταλλεύτικα. Κανείς δεν ήξερε για εκείνη την νύχτα. Πολύ περίπλοκο. Μόλις όμως έμαθα πως ήταν έγκυος τα έχασα. Δεν ήθελα με τίποτα να παντρευτώ. Αυτό ήταν ένα μεγάλο λάθος. Έπρεπε να προχωρήσω και να αναλάβω τις ευθύνες μου. Αφού την αγαπούσα. Ήμουν νέος και νόμιζα πως ήμουν μικρός για παντρειές. Βέβαια μετά το παιδί χάθηκε, αλλά και πάλι θα είχα μια σύζυγο. Και ίσως αργότερα και παιδιά. Τώρα τι έχω; Ένα μεγάλο σπίτι έρημο και κενό. Η ευτυχία κοπέλα μου σου χτυπά την πόρτα λίγες φορές. Το θέμα είναι να το αναγνωρίσεις. Να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και να αρπάξεις την ευκαιρία. Όσο και να σου φαίνεται βουνό εκείνη την στιγμή. Ακόμα και όταν ήρθε στο κατάστημα η θεία σου έπρεπε να την είχα κρατήσει. Ή θα μπορούσα να γυρίσω μετά, έστω και μετά από χρόνια, αλλά δεν το έκανα. Και τι κατάλαβα; Έμεινα μόνος και δεν έφτιαξα ποτέ την ζωή μου. Ούτε και η Τούλα απ΄όσο ξέρω. Δύο άνθρωποι μόνοι σαν τα κούτσουρα, ενώ θα μπορούσαν να είναι μαζί.
Η καημένη η θεία Τούλα, σκέφτηκε η Σόφη. Για αυτό το μυαλό της σάλεψε. Έμεινε μόνη της με ένα παιδί στην κοιλιά, χωρίς άντρα. Δεν είχε τύχη. Για πρώτη φορά άρχισε να νοιώθει συμπάθεια για την θεία της. Ακόμα και λύπηση. Πόσα χρόνια χαμένα για το τίποτα. Για έναν φόβο, για έναν εγωισμό. Μια ζωή στον βρόντο.

Η καρδιά της αναθάρρεψε. 
- Δεν θα πετάξω την ζωή μου εγώ έτσι, είπε. Θα την ζήσω. Δεν θα σταθώ σε λάθη παλιά, που άλλωστε τα έκαναν άλλοι και όχι εγώ. Αν επικοινωνήσεις με τον πατέρα μου ξανά πες του πως τον περιμένω.
Ο θείος της χαμογέλασε και ήταν σαν να έπαιρνε και αυτός λίγη από την συγχώρεση της Σόφης.

Ένα μήνα μετά η Σόφη με τον Ορέστη και τον θείο της βρίσκονταν στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου περιμένοντας το αεροπλάνο από την Μελβούρνη. Σκέφτηκε την διαδρομή που διένυσε από την σοφίτα έως εδώ. Ανατροπές, αμφιβολίες, προδοσία. Όλα χάθηκαν ανάμεσα στους κορμούς από τα κυπαρίσσια που μετρούσε μικρή. Όλα κρύφτηκαν στο παλιό μπαούλο της γιαγιάς στην ανήλιαγη σοφίτα. Αποφάσισε να κρατήσει μόνο τα καλά. Να δει την θετική πλευρά της υπόθεσης. Πάνω που έχασε την οικογένειά της η ζωή της έφερε μια καινούργια. Είναι η ευκαιρία της ευτυχίας που ο θείος της της έλεγε. Και ήταν έτοιμη να την αρπάξει. Άλλωστε το παιδί που περίμενε θα χρειαζόταν έναν παππού. Και η σχέση τους θα ξεκινούσε δίχως ψέματα. Η πόρτα της σοφίτας είχε κλείσει οριστικά και ένα νέο παράθυρο άνοιξε. Αυτή η σκέψη και μόνο έκανε την Σόφη να ελπίζει για το καλύτερο.



ΤΕΛΟΣ